Τον τελευταίο καιρό, η Τεχνητή Νοημοσύνη και οι διάφορες εφαρμογές της βρίσκουν ολοένα και περισσότερο χώρο στη ζωή και την καθημερινότητά μας. Από μια απλή ερώτηση, βοήθεια σε υποχρεώσεις της καθημερινότητας, ιδέες για οποιονδήποτε τομέα της ζωής μας, μέχρι και πιο μύχιες σκέψεις μας – που, ενδεχομένως, θα δυσκολευόμασταν να εκφράσουμε σε κάποιον άνθρωπο – η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι πλέον εκεί και εκτελεί χρέη προσωπικού βοηθού. Και φυσικά, μπορεί κανείς να αναρωτηθεί τι κακό υπάρχει σε αυτό; Εφόσον πλέον υπάρχει ένας σαφώς πιο εύκολος και γρήγορος τρόπος που μπορεί να μας εξοικονομήσει χρόνο, να μας συγκεντρώσει πληροφορίες που υπό άλλες συνθήκες θα χρειαζόταν πολύ κόπο να τις βρούμε, ακόμη και να μας προτείνει ιδέες ή και λύσεις που, πιθανά, δε θα σκεφτόμασταν αλλιώς. Κι όμως, εκεί ακριβώς έρχεται μια παγίδα, που μπορεί να αποτελέσει πρόβλημα ειδικά σε ό,τι αφορά σε θέματα ψυχικής υγείας. Γιατί η τεχνητή νοημοσύνη είναι σχεδιασμένη με τέτοιον τρόπο που να προσομοιάζει τη φροντίδα και το ενδιαφέρον, χωρίς όμως την αληθινή ευθύνη που συνοδεύει κάτι τέτοιο. Έτσι, όταν ο χρήστης γράφει κάτι που τον απασχολεί, κάτι που σκέφτεται ή νιώθει, τα εργαλεία αυτά θα απαντήσουν με έναν τρόπο που δικαιώνει, νομιμοποιεί και ενισχύει αυτές τις σκέψεις, γιατί έχουν σχεδιαστεί για να προσφέρουν ικανοποίηση κι όχι αληθινή βοήθεια. Μιμούνται το συναίσθημα, δεν αξιολογούν τον πιθανό κίνδυνο και, για να μην πάμε και πολύ μακριά και εστιάσουμε μόνο σε όσα είναι επικίνδυνα, σίγουρα δεν μπορούν να αξιολογήσουν τη σημασία και τη βαρύτητα που μπορεί να έχει κάποια δήλωση ή σκέψη που εκφράζεται εκεί. ()
Για να δώσω ένα κάπως ανώδυνο παράδειγμα, αν αυτό που με απασχολεί είναι η αναβλητικότητα και η δυσκολία να λειτουργήσω στην καθημερινότητά μου με συνέπεια, αν επιλέξω να μοιραστώ κάτι τέτοιο σε μια εφαρμογή Τεχνητής Νοημοσύνης, θα πάρω μια απάντηση με γρήγορες, εύκολες και κάπως εύπεπτες σκέψεις και ιδέες για το τι να κάνω και πώς να βοηθηθώ με αυτό. Θα με κάνει να νιώσω ότι δεν είμαι μόνη σε αυτό, ότι συμβαίνει και σε αρκετό άλλο κόσμο και πιθανότατα, θα κλείσει αυτή η συνομιλία και θα επιστρέψω εκεί ακριβώς που βρισκόμουν και πριν, χωρίς κάποια ουσιαστική κατανόηση για το τι κρύβεται πίσω από τη δική μου αναβλητικότητα, τι μου την προκαλεί εμένα, με ποια συνθήκη της ζωής μου συνδέεται, ήταν πάντα έτσι ή έχει αλλάξει κάτι τελευταία και χωρίς, φυσικά, την προτροπή ή την ενθάρρυνση να απευθυνθώ σε κάποιον ειδικό. Γενικώς, θα έχω εμπιστευτεί πολύτιμες και ενδιαφέρουσες πληροφορίες για εμένα και την ψυχική μου υγεία και χρόνο που θα μπορούσα να τον έχω αφιερώσει σε κάτι όντως βοηθητικό κα μακροπρόθεσμα, σε μια άψυχη τεχνολογία, που δεν μπορεί να συνδεθεί συναισθηματικά, ούτε φέρει και στ’ αλήθεια κάποια ευθύνη για το πώς θα με επηρεάσει εμένα αυτό που θα μου «πει». Αν τώρα αυτό το επεκτείνουμε και σε άλλα, πιο φορτισμένα συναισθηματικά, θέματα, η εικόνα που αρχίζει και σχηματίζεται εγείρει προβληματισμούς. Εξάλλου, υπάρχουν πλέον αρκετές μελέτες που δείχνουν ότι σε βάθος χρόνου, η συστηματική συνομιλία με εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης αυξάνει το αίσθημα μοναξιάς και την κοινωνική απομόνωση. Ακριβώς επειδή ο στόχος τους δεν είναι η παροχή βοήθειας αλλά η ενασχόληση του χρήστη. Θα έχετε παρατηρήσει, άλλωστε, αν έχετε χρησιμοποιήσει έστω και μια φορά κάποιο αντίστοιχο εργαλείο ότι μετά από κάθε απάντηση ακολουθεί μια ερώτηση που οδηγεί σε πρόσκληση για περισσότερη συζήτηση.
Σίγουρα, όταν νιώθουμε μοναξιά, άγχος ή οποιοδήποτε άλλο δύσκολο συναίσθημα, αυτό που αναζητούμε είναι κατανόηση και παρηγοριά. Με τη διαφορά ότι η παρηγοριά από μόνη της μπορεί να οδηγήσει σε έναν φαύλο κύκλο, όπου παίρνουμε μια στιγμιαία ανακούφιση επιβεβαιώνοντας ότι αυτά που σκεφτόμαστε βγάζουν νόημα και παροδικά ανακουφιζόμαστε ∙ μέχρι την επόμενη φορά που θα συμβεί κάτι και θα έρθουμε αντιμέτωποι με το ίδιο συναίσθημα. Αυτόν ακριβώς τον παγιδευτικό κύκλο ενισχύει η Τεχνητή Νοημοσύνη παρέχοντας μια – διαρκώς διαθέσιμη – συντροφιά, με ανεξάντλητη υπομονή που είναι εκεί για να επιβεβαιώνει και να ενισχύει το συναίσθημά μας και, φυσικά, χωρίς να απαιτεί τη δέσμευση και τη δουλειά (την ευθύνη με άλλα λόγια) που χρειάζεται να κάνουμε για να αλλάξουμε αυτό που μας δυσκολεύει. Βέβαια, στο σημείο αυτό χρειάζομαι να πω ότι και στη θεραπεία φυσικά η αφετηρία από την οποία ξεκινάμε είναι η αποδοχή, η κατανόηση και η επιβεβαίωση των συναισθημάτων που φέρνει ο άνθρωπος που έρχεται στη συνεδρία. Με τη διαφορά ότι ο ρόλος της ψυχοθεραπεύτριας δε μένει εκεί. Ο ρόλος της είναι να διερευνήσει, να ακούσει και να δώσει φωνή σε όσα ίσως δε λέγονται και μένουν κρυμμένα στο φόντο, να μοιραστεί την οπτική της και να βοηθήσει να βρεθεί από κοινού με το θεραπευόμενο άτομο ένα νόημα για όλο αυτό που συμβαίνει. Γιατί η θεραπεία είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα σχέση. Είναι η σχέση εκείνη που έχοντας ως βάση της την αποδοχή, την κατανόηση και την έλλειψη κριτικής, δίνει το χώρο και δημιουργεί τις συνθήκες ώστε αυτό που, ως τώρα, έμενε κρυμμένο και ασυνείδητο να αρχίσει να γίνεται συνειδητό. Η σχέση, τελικά, που μου μαθαίνει πώς να αναλαμβάνω εγώ την ευθύνη γι’ αυτό που μου συμβαίνει και για την αλλαγή που θέλω να φέρω στη ζωή μου. Και φυσικά και αυτή δεν είναι μια εύκολη απόφαση: αλλά η θεραπεία δεν είναι, ούτε θα έπρεπε να είναι εύκολη και εύπεπτη ∙ γι’ αυτό και η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν μπορεί να την αντικαταστήσει.
Κλείνοντας, για μένα ο κίνδυνος δεν είναι ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη θα αντικαταστήσει ή θα γίνει αληθινή θεραπεία. Ο κίνδυνος είναι ότι οι άνθρωποι μπορεί να την μπερδέψουν με τη θεραπεία, χάνοντας με τον τρόπο αυτό την ουσιαστική παρέμβαση και στήριξη που θα μπορούσε να βελτιώσει ή – σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και να σώσει – τη ζωή τους.
Δημητρίου Στεφανία – Σοφία, Ψυχολόγος Α.Π.Θ. / Ψυχοθεραπεύτρια Gestalt / εκπ. Στην Τραυματοθεραπεία CRM