
Ζούμε σε μια εποχή που η πληροφορία είναι άπειρη και ανεξάντλητη: όπου κι αν ψάξει κανείς, ό,τι κι αν κοιτάξει, είναι πολύ εύκολο να πέσει πάνω σε κάποιο απόφθεγμα, να δει κάποιο σύντομο βίντεο με πληροφορίες – ερμηνείες που μοιράζεται κάποιος άλλος είτε από την προσωπική, είτε από την επαγγελματική του εμπειρία, να ταυτιστεί με κάποιο απόσπασμα που θα διαβάσει στα κλεφτά. Αυτή είναι η νέα πραγματικότητα που όλοι βιώνουμε, απ’ όποια πλευρά κι αν βρισκόμαστε – του ειδικού που μοιράζεται κάτι ή του αποδέκτη που ψάχνει απαντήσεις. Πλέον η ορολογία, οι διαγνώσεις, η γλώσσα που ως τώρα ήταν ένας κώδικας μεταξύ των ειδικών ψυχικής υγείας, αποτελεί εργαλείο στα χέρια όλων που βρίσκουν εκεί τις εύκολες εξηγήσεις και ερμηνείες αυτών που βιώνουν, μέσα και γύρω τους. Είναι σύνηθες άλλωστε, τώρα πια, οι διαγνώσεις να χρησιμοποιούνται ακόμη και ως προσβολές: πόσο συχνά και με πόση ευκολία, άραγε πλέον θα χαρακτηριστεί κάποιος άνθρωπος «νάρκισσος»; Έτσι, παρότι, η θετική πλευρά αυτού είναι η μεγαλύτερη ορατότητα που υπάρχει πλέον στον τομέα της ψυχικής υγείας και στις δυσκολίες που μπορεί να βιώνει κάποιος, ταυτόχρονα, ελλοχεύουν και κάποιες παγίδες.
Μια από τις συνέπειες της πανδημίας που βιώσαμε ως ανθρωπότητα είναι ότι, ειδικά στην Ελλάδα, η αναζήτηση βοήθειας σχετικά με την ψυχική υγεία έγινε πιο εύκολη και πιο προσβάσιμη. Πράγματι, είναι σαν να «άνοιξε» αυτή η δίοδος και σταδιακά να μειώνεται το στίγμα γύρω από την ψυχική υγεία, ειδικά στις μικρότερες ηλικίες και τις νεότερες γενιές, κάτι που μπορεί να είναι πολύ ωφέλιμο και βοηθητικό. Ταυτόχρονα με αυτό, ωστόσο, είναι σαν να έχει «ανοίξει» και πολύ περισσότερο η πληροφορία που υπάρχει διαθέσιμη στα SocialMedia όπου μέσω των reels (που είναι σύντομα και εύπεπτα βίντεο) αγγίζονται και εξηγούνται ζητήματα όπως το «τραύμα», η «συνεξάρτηση», οι διάφορες διαταραχές προσωπικότητας, με έναν τρόπο λίγο επιφανειακό. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι λίγες και οι προσεγγίσεις εκείνες που στοχεύουν στη βελτίωση της ψυχικής υγείας μέσω των «θετικών δηλώσεων», της αλλαγής της οπτικής και των, κάπως εύκολων, ερμηνειών. Ωστόσο, στην πράξη φαίνεται ότι δεν αρκεί απλώς να θέλω να είμαι χαρούμενη και να πιστεύω ότι αξίζω τη χαρά, για να αρχίσω να βιώνω αυτήν την πραγματικότητα. Αντιθέτως, μπορεί να είναι πολύ ματαιωτικό και μπερδευτικό να κρατώ αυτή την πεποίθηση μέσα μου, να κάνω τις θετικές δηλώσεις και ταυτόχρονα να παραμένω λυπημένη/ θυμωμένη/ ή όποιο άλλο δύσκολο συναίσθημα. Αντιστοίχως, το να «ακούσω το ένστικτό μου», αναλόγως με την ιστορία μου και το πώς έχω μάθει να βιώνω τα πράγματα, μπορεί να σημαίνει ότι επαναλαμβάνω το γνώριμο μοτίβο που καταλήγει να με δυσκολεύει, απλούστατα γιατί το γνώριμο είναι το ασφαλές, όχι όμως και το θρεπτικό / φροντιστικό για εμένα.
Κι αυτό γιατί, η θεραπεία είναι περισσότερο μια διαδικασία από μέσα προς τα έξω. Είναι μια διαδικασία που χρειάζεται χρόνο και κυρίως χρειάζεται την πρόθεσή μου να δω, να εξερευνήσω, να καταλάβω και να συμπονέσω (πρώτα εμένα), ώστε να αρχίσω να βρίσκω έναν πιο κατάλληλο τρόπο να ζω και να υπάρχω στο τώρα. Ακόμα κι αν αναζητώ τη χαρά, χρειάζεται να μπορέσω να δώσω χρόνο στο να διερευνήσω τι είναι αυτό που μου τη στερεί, πώς μπορεί να βρίσκομαι σε συνθήκες που με απομακρύνουν από αυτό το συναίσθημα και ποιοι είναι οι λόγοι γι’ αυτό. Χρειάζεται να μου δώσω το χώρο να καταλάβω (ολοκληρωτικά, όχι μόνο γνωστικά) γιατί ενώ το «ένστικτό» μου μου λέει να παραμείνω σε μια σχέση επειδή εκεί νιώθω ασφαλής, εντέλει αυτό σημαίνει ότι στερούμαι πράγματα, μένω μακριά απ’ αυτό που θα ήταν πιο λειτουργικό για εμένα και καταλήγω να είμαι αγχωμένη, ανασφαλής και δυστυχισμένη. Έτσι, όσο δελεαστικό κι αν είναι να ακολουθήσω αυτόν το δρόμο, εντέλει, δεν αρκεί να βρω έτοιμη την ερμηνεία και τη σύνδεση από κάποιον άλλον. Χρειάζεται να μπορέσω να δημιουργήσω τον ασφαλή εκείνο χώρο, ώστε να δω τη δική μου αλήθεια, να κάνω τη σύνδεση με τη δική μου προσωπική ιστορία, για να καταφέρω να επιλέξω τελικά, τι είναι αυτό που μου ταιριάζει.
Μπορεί η αυτοβοήθεια, κάποιο βιβλίο που θα διαβάσω, ένα reel που θα δω, μια φράση ενός ανθρώπου που θα με αγγίξει, να αποτελέσει το έναυσμα να δω κάτι δικό μου, να προβληματιστώ και ίσως, να αποτελέσει έναν δρόμο για να αναζητήσω τη θεραπεία που μου ταιριάζει. Από μόνη της, όμως, δεν είναι θεραπεία. Γιατί η θεραπεία για να συμβεί χρειάζεται την παρουσία, τη σχέση, την επαφή, τη διερεύνηση και την εξερεύνηση, αντίθετα με την άκριτη πρόσληψη έτοιμων, συγκεκριμένων και ίσως και απόλυτων τρόπων, απ’ έξω. Χρειάζεται να μπορέσω να βρω τον δικό μου προσωπικό τρόπο και, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, να χρησιμοποιήσω και όποια εργαλεία μπορεί να μου είναι ταιριαστά.
Δημητρίου Στεφανία- Σοφία, Ψυχολόγος Α.Π.Θ., Ψυχοθεραπεύτρια Gestalt