Μέθοδοι Θεραπείας -Αξιολόγησης

TEACCH

TEACCH

Το TEACCH (Treatment and Εducation of Autistic and Communication Handicapped Children) στα ελληνικά μεταφράζεται: “Θεραπεία και Εκπαίδευση Παιδιών με Αυτισμό και Διαταραχές Επικοινωνίας“) αποτελεί ένα πρόγραμμα εναλλακτικής εκπαίδευσης, για παιδιά με διαταραχές του αυτιστικού φάσματος, που ενσωματώνει παρεμβάσεις σε περιβάλλον, ημερήσιο πρόγραμμα, αντικείμενο εργασίας και επικοινωνία.

Κατανοώντας τις ιδιαιτερότητες της αυτιστικής διαταραχής για τάξη, σταθερότητα ομοιομορφία και προβλεψημότητα, δημιουργήθηκαν τέσσερα βασικά στοιχεία όπου στηρίζεται το TEACCH:

  1. Η φυσική δόμηση του περιβάλλοντος
    Αφορά τον τρόπο οργάνωσης του περιβάλλοντος. Ένα δομημένο περιβάλλον θα πρέπει να είναι αυτό που είναι εύκολα αντιληπτό από τα παιδιά με αυτισμό. Για παράδειγμα σε ποιο χώρο γίνεται τι. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά με αυτισμό να μπορούν να παραμένουν για κάποιο χρονικό διάστημα σε ένα μέρος και να μεταβιβάζονται από μια δραστηριότητα στην άλλη με ευκολία.
  2. Το ατομικό ημερήσιο πρόγραμμα
    Βοηθάει το παιδί να κατανοήσει τι δραστηριότητες θα κάνει κατά τη διάρκεια της ημέρας. Το πρόγραμμα έχει διαφορετική μορφή ανάλογα με το παιδί και τις δυνατότητές του και είναι εξατομικευμένο.
  3. Το σύστημα ατομικής εργασίας
    Είναι ένας τρόπος οργάνωσης μιας δραστηριότητας στο σχολείο ή στο σπίτι. Το παιδί πρέπει να γνωρίζει τι, που, πότε, πόση ώρα, πως θα ξέρει πότε τελείωσε, τι θα κάνει μετά.
  4. Οπτική παρουσίαση των δραστηριοτήτων
    Η οπτική οργάνωση μιας δραστηριότητας βοηθά το παιδί μέσω της σηματοδότησης να οργανώνεται και να κάνει γνωστές τις ανάγκες του σε κάποιον άλλο.

PECS

PECS

Το PECS σημειώνει επιτυχία με άτομα όλων των ηλικιών που έχουν διάφορες επικοινωνιακές, γνωστικές και σωματικές δυσκολίες. Πολλά παιδιά προσχολικής ηλικίας αρχίζουν να αναπτύσσουν λόγο χρησιμοποιώντας το PECS. To σώμα ερευνών που υποστηρίζει την αποτελεσματικότητα του PECS ολοένα μεγαλώνει.

Τα έξι στάδια του PECS

Στάδιο 1: Πώς επικοινωνούμε
Οι μαθητές μαθαίνουν να ανταλλάσσουν μια εικόνα για κάποιο αντικείμενο ή δραστηριότητα που επιθυμούν πραγματικά.

Στάδιο 2: Απόσταση και επιμονή
Χρησιμοποιώντας ακόμη μεμονωμένες εικόνες, οι μαθητές μαθαίνουν να γενικεύουν τη νέα τους δεξιότητα χρησιμοποιώντας την σε διαφορετικά μέρη, με διαφορετικούς ανθρώπους και σε διάφορες αποστάσεις. Διδάσκονται επίσης να είναι πιο επίμονοι στην επικοινωνία τους.

Στάδιο 3: Διάκριση εικόνων
Οι μαθητές μαθαίνουν να επιλέγουν ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες εικόνες για να ζητήσουν κάθε φορά κάποιο επιθυμητό αντικείμενο ή δραστηριότητα. Οι εικόνες τοποθετούνται μέσα σε ένα βιβλίο επικοινωνίας – ένα ντοσιέ με κρίκους και λωρίδες Velcro, όπου φυλάγονται οι εικόνες και αφαιρούνται εύκολα για επικοινωνία.

Στάδιο 4: Δομή πρότασης
Οι μαθητές μαθαίνουν να δομούν απλές προτάσεις πάνω σε μια αποσπώμενη βάση χρησιμοποιώντας μια εικόνα «θέλω» μαζί με την εικόνα του αντικειμένου που ζητούν. Επίθετα και Επέκταση γλώσσας
Οι μαθητές μαθαίνουν να διευρύνουν τις προτάσεις τους προσθέτοντας επίθετα, ρήματα και προθέσεις.

Στάδιο 5: Απάντηση σε ερωτήσεις
Οι μαθητές μαθαίνουν να χρησιμοποιούν το PECS για να απαντούν στην ερώτηση «Τι θέλεις;».

Στάδιο 6: Σχολιασμός
Τώρα οι μαθητές διδάσκονται να κάνουν σχόλια όταν τους ρωτάνε πράγματα όπως «Τι βλέπεις;», «Τι ακούς;» και «Τι είναι αυτό;». Μαθαίνουν να συνθέτουν προτάσεις που αρχίζουν με τις λέξεις «Βλέπω», «Ακούω», «Νιώθω», «Είναι» κ.λπ.

ΑΒΑ

ΑΒΑ

Η ABA έχει μια ευρεία ερευνητική βάση δεδομένων που υποστηρίζει την αποτελεσματικότητά της με διάφορες διαγνωστικές κατηγορίες ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών με προβλήματα συμπεριφοράς, με διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές, όπως ο αυτισμός και παιδιά με Διαταραχή Ελλειματικής Προσοχής- Υπερκινητικότητα (ΔΕΠΥ).

Υπάρχουν δεκάδες ερευνητικές μελέτες, τα αποτελέσματα των οποίων αποδυκνείουν οτι τα παιδιά με αυτισμό και προβλήματα συμπεριφοράς μπορούν να διδαχτούν δεξιότητες (π.χ. επικοινωνίας, παιχνιδιού, κοινωνικής αλληλλεπίδρασης, ακαδημαικές κλπ.) και ότι «δύσκολες» συμπεριφορές (π.χ. αυτοτραυματισμός, επιθετικότητα) μπορούν να περιοριστούν με την εφαρμογή των αρχών της ΑΒΑ.

Μερικά βασικά χαρακτηριστικά ενός προγράμματος παρέμβασης βασισμένο στις αρχές της ΑΒΑ:

Η χρήση ενισχυτών (reinforcers): Πολλά παιδιά με ειδικές ανάγκες δεν κινητοποιούνται από αντικείμενα και δραστηριότητες που κινητοποιούν τυπικά αναπτυσσόμενα παιδιά (π.χ. να ακούνε «μπράβο» από τους γονείς, να μιμούνται τους φίλους τους και να ολοκληρώνουν μόνοι τους μία δραστηριότητα). Στα πλαίσια της εκπαίδευσης των παιδιών αυτών, η ABA εφαρμόζει επιστημονικές αρχές όπως η ενίσχυση (reinforcement), για να προωθήσει την ανάπτυξη «θετικών» ρεπερτορίων συμπεριφοράς (π.χ. βλεμματική επαφή, επικοινωνία) και για την αντιμετώπιση και μείωση «αρνητικών» συμπεριφορών (π.χ. επιθετικότητα, άρνηση συμμόρφωσης με εντολές).

Η ανάλυση δραστηριότητας(task analysis): μερικά παιδιά χρειάζονται περισσότερες επαναλήψεις για να μάθουν να εκτελούν πολύπλοκες δραστηριότητες (π.χ. να πλένουν τα δόντια τους, να δένουν τα κορδόνια τους, να γράφουν τα γράμματα της αλφαβήτου). Γιαυτό τον λόγο πολύπλοκες δραστηριότητες «σπάνε» σε πιο απλά βήματα και στην συνέχεια αυτά τα βήματα διδάσκονται ένα-ένα, με συστηματικό τρόπο.

Η ανάλυση αιτιολογίας συμπεριφοράς(functional behavioural assessment): όταν ένα παιδί επιδεικνύει «δύσκολη» συμπεριφορά (π.χ. επιθετικότητα, στερεοτυπία) γίνεται προσεκτική παρατήρηση και συλλογή δεδομένων για τον προσδιορισμό της αιτιολογίας αυτής της συμπεριφοράς (π.χ. αναζήτηση προσοχής απο τον γονιό, αποφυγή δραστηριοτήτων που δεν θέλει το παιδί κλπ). Στην συνέχεια, η παρέμβαση επικεντρώνεται στο να διδαχτεί το παιδί εναλλακτικές συμπεριφορές που να είναι κοινωνικά αποδεκτές και να εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό, στο να μάθει το παιδί να ανέχεται κάποιες αρνητικές καταστάσεις κ.ο.κ.

Η συλλογή δεδομένων(data collection) βοηθάει στο να καταγράφεται η πρόοδος του παιδιού και να παρατηρείται ο ρυθμός μάθησής του. Όταν το παιδί δεν παρουσιάζει ικανοποιητική πρόοδο γίνεται επαναξιολόγηση της παρέμβασης και ακολουθούν οι αναγκαίες αλλαγές.

Οι αποφάσεις για την καταλληλότερη μορφή και στόχους παρέμβασης βασίζεται στις ανάγκες του παιδιού και της οικογένειάς του. Ένα επιτυχημένο πρόγραμμα ΑΒΑ είναι εξατομικευμένο και αποσκοπεί στην γενίκευση όλων των ανεπτυγμένων δεξιοτήτων του παιδιού σε διαφορετικά περιβάλλοντα (π.χ. το παιδί να μπορεί να επιδείξει την δεξιότητα και στο σπίτι και στο σχολείο) και με διαφορετικά άτομα (π.χ. θεραπευτής, γονιός, δάσκαλος). Οι γονείς και το οικογενειακό περιβάλλον του παιδιού δέχονται καθοδήγηση και συμβουλές για την αποτελεσματικότερη συναναστροφή τους με το παιδί ώστε να ανταποκριθούν στις επικοινωνιακές, κοινωνικές και συμπεριφορικές ανάγκες του.

MAKATON

MAKATON

(ΜΕΘΟΔΟΣ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ)

Το Makaton είναι ένα μέσο για την ενθάρρυνση της ανάπτυξης επικοινωνίας σε παιδιά και ενήλικες που εμφανίζουν ένα ευρύ φάσμα αναπτυξιακών δυσκολιών, που βασίζεται στην χρήση νοημάτων ή γραφικών συμβόλων που συνοδεύουν και υποστηρίζουν τον προφορικό λόγο.

Ο βασικός στόχος του Makaton είναι η ανάπτυξη της κατανόησης και της χρήσης του λόγου. Δίνει τη δυνατότητα σε όσους παρουσιάζουν αναπτυξιακές δυσκολίες στην επικοινωνία και το λόγο να καλλιεργήσουν αυτές τις δεξιότητες και να τις χρησιμοποιήσουν με ένα απλό αλλά πολύ λειτουργικό τρόπο, έτσι ώστε να μπορούν να συμμετέχουν στην κοινωνική ζωή, να χαίρονται, να έχουν επιλογές και να διεκδικούν τα δικαιώματα τους.

Μπορεί να εφαρμοστεί μέσα από την λογοθεραπεία και την εργοθεραπεία σε όλα τα περιβάλλοντα (σχολείο, σπίτι, εργασιακός χώρος). Η διδακτική του προσέγγιση εστιάζεται σε πρώτο επίπεδο στην απόκτηση βασικών δεξιοτήτων επικοινωνίας και γλώσσας και σε ένα υψηλότερο επίπεδο στην κατάκτηση ανάγνωσης και γραφής.

SIMATA

SIMATA

Τα SIMATA είναι μια μέθοδος παρέμβασης στην αναπτυξιακή λεκτική δυσπραξία. Καθώς μεγαλώνει ο πληθυσμός των παιδιών με Αναπτυξιακή Λεκτική Δυσπραξία, κρίθηκε απαραίτητο να δημιουργηθεί μια μέθοδος παρέμβασης ειδικά για τη συγκεκριμένη διαταραχή.
Τα παιδιά με Δυσαρθρία εμφανίζουν δυσκολίες στην ικανότητα κινητικής εκτέλεσης της ομιλίας κυρίως εξ αιτίας κάποιας μυικής δυσλειτουργίας ή/και βλάβης του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος. Η διαταραχή μπορεί να εμφανιστεί στην αναπνοή, την αντήχηση, τη φώνηση, την άρθρωση και την προσωδία. Η Αναπτυξιακή Λεκτική Δυσαρθρία μπορεί να εμφανίζεται σε παιδιά με αναπτυξιακές διαταραχές (όπως είναι η Εγκεφαλική παράλυση, μυοπάθειες – μυασθένεια, σύνδρομα, τραύματα στο ΚΝΣ).
Η μέτρια, ήπια και ελάχιστη μορφή Δυσαρθρίας μπορεί να έχει αντίκτυπο στην ικανότητα άρθρωσης ενός παιδιού. Στις περιπτώσεις αυτές, τα παιδιά δυσκολεύονται να εκπαιδευτούν στη σωστή τοποθέτηση του αρθρωτή (γλώσσα, χείλη, σιαγόνες κλπ) και να μην μπορούν να κατακτήσουν τη παραγωγή του σωστού ήχου.
Για τη διευκόλυνση αυτών των παιδιών και την καλύτερη εκπαίδευσή τους στη σωστή αρθρωτική παραγωγή των φωνημάτων της Ελληνικής γλώσσας, δημιουργήθηκε η μέθοδος SIMATA. Τα SIMATA εφαρμόζονται από το παιδί και τον θεραπευτή και σχετίζονται άμεσα με την τοποθεσία της άρθρωσης και την παραγωγή του κάθε φθόγγου. Παρέχουν εξωγενή ακουστικά, οπτικά (αναπαράσταση του φθόγγου ως προς τον τόπο και τον τρόπο παραγωγής του), απτικά (αγγίζουν τη θέση άρθρωσης και ακολουθούν τον τρόπο, για παράδειγμα δόνηση) και ιδιοδεκτικά (προκαλούμε αργή και παρατεταμένη άρθρωση για να προσφέρει πρόσθετη ιδιοδεκτική πληροφόρηση) ερεθίσματα στην ελληνική γλώσσα.
Τα SIMATA παρέχουν τη δυνατότητα στο παιδί να εφαρμόζει μόνο του τη μέθοδο αλλά και μαζί με το θεραπευτή. Συνοδεύονται από εικόνες που εμφανίζουν μεμονωμένους φθόγγους για επιπλέον οπτική ανατροφοδότηση. Ο Λογοθεραπευτής μπορεί να βοηθήσει το παιδί στην ομιλία δίνοντας του ανατροφοδότηση ανάλογη με το επίπεδο και τις ανάγκες του παιδιού (οπτική, ακουστική, απτική ή ιδιοδεκτική) κατά τη διάρκεια μιας άσκησης ή μετά.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ (SOCIAL STORIES)

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ (SOCIAL STORIES)

Ένα από τα πιο συχνά χαρακτηριστικά των ατόμων που βρίσκονται στο φάσμα του Αυτισμού είναι η δυσκολία τους να ανταποκριθούν στις καθημερινές κοινωνικές υποχρεώσεις / δεξιότητες. Οι Κοινωνικές Ιστορίες (Social Stories)είναι μια μέθοδος διδασκαλίας κοινωνικών δεξιοτήτων στα άτομα με Αυτισμό. Πρόκειται για εξατομικευμένα κείμενα, προσαρμοσμένα στις ανάγκες του κάθε ατόμου και προσφέρουν λεπτομερείς πληροφορίες και επεξηγήσεις για τις καταστάσεις τις οποίες πρέπει να αντιμετωπίσουν τα άτομα αυτά στην καθημερινότητά τους τόσο στο σχολικό πλαίσιο όσο και στη κοινότητα. Οι Κοινωνικές Ιστορίες (Social Stories) περιλαμβάνουν οπτικοποιημένο υλικό το οποίο βοηθάει στην καλύτερη κατανόηση του περιεχομένου από το άτομο.

Οι Κοινωνικές Ιστορίες (Social Stories) δεν είναι σε καμία περίπτωση μια σειρά κανόνων που οφείλει να ακολουθήσει το άτομο με Αυτισμό. Αν μια ιστορία εμπεριέχει λέξεις όπως “πρέπει”, “δεν”, “μη” κλπ τότε σίγουρα δεν είναι Κοινωνική Ιστορία.

Οι Κοινωνικές Ιστορίες (Social Stories) έχουν ως βασικό τους στόχο τη παροχή σωστή πληροφοριών προς το άτομο με Αυτισμό και όχι να αλλάξουν τη συμπεριφορά του. Για να μπορέσει ο στόχος αυτός να πραγματοποιηθεί οι Κοινωνικές Ιστορίες (Social Stories) έχουν μορφή, “φωνή” και περιεχόμενο περιγραφικό, ουσιώδη και ασφαλή για το άτομο. Κάθε Κοινωνική Ιστορία έχει υπομονετική και υποστηρικτική ποιότητα. Οι Κοινωνικές Ιστορίες (Social Stories) είναι βοηθητικές για το άτομο με Αυτισμό γιατί με τον τρόπο αυτό μπορούμε να τον βοηθήσουμε να κατανοήσει τη διαδικασία πίσω από τις κοινωνικές δεξιότητες, το σκοπό και το στόχο τους αλλά και να το προετοιμάσουμε για οποιαδήποτε αλλαγή μπορεί να συμβεί στο πρόγραμμά του.

Για να γράψουμε μια Κοινωνική Ιστορία οφείλουμε να ακολουθήσουμε τα κριτήρια που έχει θέσει η εισηγήτρια της μεθόδου Carol Gray.

WISC-III

WISC-III

Το WISC-III είναι μια ευρέως αναγνωρισμένη και σταθμισμένη κλίμακα νοημοσύνης. Αποτελείται από 13 επιμέρους υποκλίμακες που η καθεμιά αξιολογεί διαφορετική πλευρά των νοητικών λειτουργιών (μνήμη, αφαιρετική σκέψη, αντιληπτική σκέψη, κ. α.) και που όλες μαζί αποτελούν αυτό που αποκαλούμε γενική νοημοσύνη.

Με την αθροιστική – στατιστική αξιολόγηση των κλιμάκων του test εξάγεται ένας ενιαίος δείκτης, που ονομάζεται Πηλίκο Γενικής Νοημοσύνης, και ο οποίος εκφράζει με περιεκτικό και σφαιρικό τρόπο τη νοητική ικανότητα του παιδιού. Το μεγάλο εύρος των αξιόπιστων και έγκυρων πληροφοριών που παρέχει η χορήγηση του WISC-III αποτελεί ένα πολύ σημαντικό εργαλείο για τους ειδικούς, καθώς βοηθάει στο σχεδιασμό εκπαιδευτικών προγραμμάτων και υποστηρικτικών παρεμβάσεων, στην πρόβλεψη για την πορεία εξέλιξης του νοητικού δυναμικού για τη μελλοντική σχολική και επαγγελματική επίδοση, στην τοποθέτηση του παιδιού σε ειδική μονάδα ενισχυτικής διδασκαλίας, κ.α.

Το WISC-III χορηγείται από εξειδικευμένους ψυχολόγους και ειδικούς παιδαγωγούς και είναι κατάλληλο για παιδιά από 6 έως 16ετών.

ΑΘΗΝΑ ΤΕΣΤ

ΑΘΗΝΑ ΤΕΣΤ

Το Αθηνά τεστ είναι ένα από τα πιο έγκυρα τεστ διάγνωσης μαθησιακών δυσκολιών, κατασκευασμένο στο Ψυχομετρικό Εργαστήριο του Τομέα Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Χορηγείται από τους ειδικούς παιδαγωγούς και σχολικούς ψυχολόγους σε μαθητές του νηπιαγωγείου και των τεσσάρων κυρίως πρώτων τάξεων του δημοτικού, προκειμένου να εντοπιστούν τομείς στους οποίους υπολείπονται και που ευθύνονται για δυσκολίες μάθησης.

Οι 14 δοκιμασίες του αξιολογούν το επίπεδο και το ρυθμό ανάπτυξης του παιδιού σε τομείς όπως η νοητική ικανότητα, η μνήμη ακολουθιών, η ολοκλήρωση παραστάσεων, η γραφο-φωνολογική ενημερότητα και η νεύρο-ψυχολογική ωριμότητα. Αφού εντοπιστούν οι δι-ατομικές διαφορές (σύγκριση του παιδιού με συνομηλίκους ως προς μια ικανότητα κάθε φορά) αλλά, κυρίως, οι ενδο-ατομικές (σύγκριση μεταξύ των διαφόρων συναφών ικανοτήτων στο ίδιο πεδίο) και εκτιμηθούν παράλληλα με την κλινική παρατήρηση, καταρτίζεται κι εφαρμόζεται εξατομικευμένο πρόγραμμα παρέμβασης προκειμένου να προληφθούν και να αντιμετωπιστούν οι μαθησιακές δυσκολίες και να βοηθηθεί το παιδί στο σχολείο.