ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΓΟΝΕΩΝ

Η συμβουλευτική γονέων είναι μία διαδικασία όπου οι γονείς καθοδηγούνται και μαθαίνουν πιο αποτελεσματικούς τρόπους διαχείρισης των παιδιών τους και ενδυναμώνονται στο γονεϊκό τους ρόλο.

Προσφέρει ένα εναλλακτικό τρόπο θεώρησης και αντιμετώπισης του παιδιού. Επίσης, στην περίπτωση που το παδί βρίσκεται σε κάποια θεραπεία (ατομική ψυχοθεραπεία, αποκατάσταση μαθησιακών δυσκολιών, λογοθεραπεία, κ.τ.λ), η συμβουλευτική γονέων μαθαίνει στους γονείς πως να στηρίζουν το παιδί τους και συμβάλει στην αποτελεσματικότερη και ταχύτερη πορεία της θεραπείας του παιδιού.

Στη συμβουλευτική γονέων οι γονείς φέρνουν προς συζήτηση οτιδήποτε τους απασχολεί σε σχέση με το παιδί.

Συγκεκριμένα βοηθάει:

  • στην οριοθέτηση των παιδιών
  • στη διαχείριση της συμπεριφοράς τους και συγκρούσεων μεταξύ γονέα-παιδιού
  • στην αντιμετώπιση της αδελφικής ζήλειας και τους καυγάδες των παιδιών
  • στη διαχείριση παιδικών φόβων, άγχους
  • στην αντιμετώπιση άσχημου τρόπου ομιλίας και ψέματα
  • στον τρόπο με τον οποίο οι γονείς μπορούν να βοηθήσουν το παιδί τους να διαχειριστεί το διαζύγιο, θάνατο κ.α.
  • στην προετοιμασία των νέων γονέων για τον ερχομό του πρώτου τους παδιού και στο πως να το διαχειριστούν καλύτερα από τα πρώτα του βήματα.

Υπηρεσίες Συμβουλευτικής Γονέων

λογοθεραπευτης γλυφαδα

ΑΠΩΛΕΙΑ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ

Ο θάνατος αποτελεί μέρος της καθημερινής μας ζωής, μια αναπόφευκτη πραγματικότητα που όλοι θα αντιμετωπίσουμε κάποια στιγμή.

Όταν αυτός προκύπτει μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον, πολλοί γονείς αναρωτιούνται αν πρέπει να μιλήσουν στα παιδιά τους για αυτό, τι ακριβώς θα πρέπει να τους πουν και ποιες αντιδράσεις θα πρέπει να περιμένουν από αυτά.

Οι αντιδράσεις συγγενών σε έναν επικείμενο θάνατο και οι επιπτώσεις στο παιδί

Κάθε οικογένεια αποτελεί ένα «σύνολο» και κάθε γεγονός που επηρεάζει ένα ή περισσότερα μέλη του συνόλου αυτού έχει αντίκτυπο σε ολόκληρη την οικογένεια. Και αντίστροφα , όταν ένα γεγονός επιδρά στο σύνολο της οικογένειας, όλα τα μέλη της επηρεάζονται από αυτό. Όταν ένα μέλος της οικογένειας πεθαίνει, τότε αλλάζει η δομή της οικογένειας και παύει να είναι όπως την ήξεραν τα μέλη στο σύνολό της. Το πένθος είναι διπλό. Απαιτείται επομένως μια νέα ανακατανομή ρόλων και ευθυνών στα πλαίσια της «νέας» οικογένειας που διαμορφώνεται και η οποία δεν είναι όμοια με αυτήν που προϋπήρξε.

Στην τελική φάση της ζωής του αρρώστου τα μέλη της οικογένειας βιώνουν μια διεργασία θρήνου, παρόμοια με εκείνη που βιώνει ο άρρωστος που προετοιμάζεται ψυχολογικά για τον επικείμενο θάνατό του.

Χαρακτηριστικά:

  • Αυξημένο άγχος που οφείλεται στην αίσθηση αδυναμίας και ανημποριάς των ανθρώπων να ανατρέψουν τις συνθήκες που οδηγούν στο θάνατο.
  • Διαρκής ενασχόληση με σκέψεις που αφορούν το θάνατο του αρρώστου, αλλά και προβληματισμούς με το δικό τους θάνατο.
  • Έντονα αμφιθυμικά συναισθήματα που εκδηλώνονται, για παράδειγμα, με την επιθυμία να επιβιώσει ο άρρωστος, αλλά και την ευχή να πεθάνει για να μην υποφέρει.
  • Προοδευτική συναισθηματική παραίτηση από τα όνειρα, τις ελπίδες και τις προσδοκίες που είχαν για το άτομο και τη σχέση τους μαζί του. Δεν εγκαταλείπεται ο ίδιος ο άρρωστος, αλλά ηεικόνα ενός ατόμου που δε θα γιατρευτεί ποτέ, ενός ατόμου που μελλοντικά δε θα αποτελεί πλέον μέλος της οικογένειας και δε θα συμπεριλαμβάνεται στα σχέδια και τα όνειρά της.
  • Έντονο προβληματισμό και προγραμματισμό σχετικά με τις άμεσες ή απώτερες συνθήκες ζωής που θα προκύψουν μετά το θάνατο του αρρώστου (π.χ. Πώς θα αντιδράσω στην κηδεία; Πώς θα είναι η ζωή μας από εδώ και εμπρός; ) Αυτές οι σκέψεις  προκαλούν ενοχές αυξάνοντας τον ψυχικό πόνο των συγγενών.

Όλα τα αισθήματα αυτά οι γονείς, όσο και να το θέλουν, δεν μπορούν να  τα κρατάνε μακριά από το παιδί τους. Τα παιδιά διαισθάνονται πότε οι γονείς είναι λυπημένοι ή όταν υπάρχει μια κρίση στην οικογένεια. Οι γονείς πρέπει να βρουν έναν τρόπο από τη μία πλευρά να προστατέψουν τα παιδιά τους από αισθήματα που μπορεί να τα πληγώσουν και να έχουν αρνητικές επιδράσεις σε αυτά και από την άλλη να μοιραστούν, σε κάποια πλαίσια βέβαια, τη λύπη τους μαζί τους ανάλογα με την ηλικία τους, την ψυχολογική τους κατάσταση  και την ψυχοσύνθεσή τους.

Συνειδητοποίηση του θανάτου σε διάφορες ηλικίες

Μεγαλώνοντας,τα παιδιά συνειδητοποιούν ότι όλοι οι άνθρωποι κάποια στιγμή πεθαίνουν. Αυτή η διαπίστωση μπορεί να τους προκαλεί φόβο και ανησυχία. Συχνά οι ανησυχίες αυτές επικεντρώνονται γύρω από τον θάνατο των γονέων τους και για το τι θα τους συμβεί αν οι γονείς τους πεθάνουν. Δεν είναι πάντα καθησυχαστική η εξήγηση ότι αυτό δεν πρόκειται να συμβεί για πολύ καιρό, επειδή τα παιδιά δεν έχουν πλήρως αναπτυγμένη  αίσθηση του χρόνου. Επίσης μπορεί και να έχουν βιώσει τραγικά συμβάντα, όπου νεαρά άτομα του περιβάλλοντός τους απεβίωσαν.

Πώς αντιλαμβάνονται όμως τα παιδιά στις διάφορες ηλικίες τον θάνατο;

Μέχρι την ηλικία των 4ων χρόνων, τα παιδιά δε συνδέουν ξεκάθαρα την έννοια του θανάτου με την παράσταση της ζωής που χάνεται οριστικά.

Στα 4 και 5 χρόνια τους τα παιδιά έχουν ισχυρότερες συναισθηματικές αντιδράσεις και αρχίζουν να αναρωτιούνται για θέματα γύρω από το θάνατο και από την ηλικία των 6-9 χρόνων σιγά σιγά αρχίζουν να  καταλαβαίνουν τη μονιμότητα του θανάτου και αντιλαμβάνονται πως η απώλεια ενός ατόμου αποτελεί ένα οριστικό και αμετάκλητο γεγονός.

Αντιδράσεις παιδιών στον θάνατο

Κάθε παιδί αντιδρά διαφορετικά στο θάνατο, ανάλογα με την ηλικία του, την ψυχοσυναισθηματική του ωριμότητα, τη σχέση που διατηρούσε με το άτομο που πέθανε, αλλά και τους χειρισμούς των γονέων του. Άλλα παιδιά απομονώνονται, έχουν κακή διάθεση ή παρουσιάζουν ανορεξία, εφιάλτες, ενούρηση, επιθετικότητα ή ψυχοσωματικές αντιδράσεις.

Όταν οι ενήλικοι έχουν φόβους που τους παραλύουν, οι ψυχολόγοι χρησιμοποιούν ποικίλες τεχνικές για να τους διδάξουν πώς να τους αντιμετωπίζουν. Πολλές φορές αυτές βασίζονται στην προϋπόθεση ότι ο φόβος και η χαλάρωση δε συμβιβάζονται. Αν οι άνθρωποι μάθουν να χαλαρώνουν όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με αντικείμενα και καταστάσεις που προκαλούν φόβο, δε θα αισθάνονται φοβισμένοι ή τουλάχιστον θα είναι σε θέση να μην αφήσουν το φόβο να κλιμακωθεί τόσο, που να είναι ανεξέλεγκτος.

Αυτή την  τεχνική τη χρησιμοποιούν τα παιδιά για να αντιμετωπίσουν το θάνατο μέσα στο το παιχνίδι. Το παιχνίδι είναι, από τη φύση του, μια δραστηριότητα χαλαρωτική και διασκεδαστική. Ένα παιδί που φοβάται δεν μπορεί να παίξει. Ένας τρόπος να αντιμετωπίσει με επιτυχία τους φόβους του είναι να τους συμπεριλαμβάνει στα παιχνίδια του σε στιγμές που αισθάνεται ευτυχισμένο και χαλαρωμένο, ιδιαίτερα όταν είναι μαζί με τους φίλους του.  Με αυτή την έννοια, τα παιχνίδια για τον θάνατο συχνά αποτελούν για το παιδί έναν τρόπο να αποδεχτεί την ιδέα του θανάτου.

Για τα παιδιά προσχολικής και σχολικής ηλικίας μέχρι τα 11 –12 χρόνια ο θρήνος είναι μικρής διάρκειας, επειδή η αντοχή τους στον ψυχικό πόνο είναι μικρότερη. Χρησιμοποιούν ως αμυντικό μηχανισμό την άρνηση της κατάστασης που τους δημιουργεί θλίψη και πόνο ενώ πολλές φορές η θλίψη μετουσιώνεται σε χαρά. Αυτή η στάση του παιδιού συχνά οδηγεί σε παρεξηγήσεις από την πλευρά των συγγενών , που αναρωτιούνται πώς είναι δυνατόν να είναι τόσο ανέμελο κα αδιάφορο. Στην πραγματικότητα όμως, πίσω από αυτή τη συμπεριφορά  κρύβεται η αδυναμία του παιδιού να δεχθεί ότι το πρόσωπο που πέθανε δεν ξαναγυρίζει.

Πώς μιλάμε στο παιδί για το θάνατο;

Όταν το παιδί υποβάλλει ερωτήσεις σχετικά με το θάνατο και το πένθος, οι πρώτες αντιδράσεις των γονέων είναι συνήθως αμήχανες και αναρωτιούνται, τι πρέπει να του απαντήσουν. Η δυσκολία γίνεται ακόμα πιο μεγάλη, όταν συμβεί κάποιος θάνατος στο οικογενειακό περιβάλλον.

Ακόμα και από τις πολύ μικρές ηλικίες μπορούμε να ξεκινήσουμε σταδιακά να μιλάμε στα παιδιά για το θέμα του θανάτου. Η ίδια η ζωή μας δίνει πάρα πολλές ευκαιρίες για κάτι τέτοιο · οι αλλαγές που συμβαίνουν στη φύση κατά τη διάρκεια του χρόνου, η γέννηση και ο θάνατος των ζώων,  όλα αυτά αποτελούν γεγονότα που αν και δεν είναι τόσο επώδυνα όσο ένας θάνατος αγαπημένου προσώπου, μπορούν να εισάγουν ένα παιδί στην έννοια του τέλους αλλά και της αρχής και να περάσουν το μήνυμα ότι όλα συζητιούνται και όλα αντιμετωπίζονται.

Σε ερωτήσεις του παιδιού σχετικά με το θάνατο, ακούμε προσεκτικά το παιδί, απαντάμε την ερώτησή του ή την απορία του και μας καθοδηγεί το παιδί για την πορεία της συζήτησης.

Όταν μια οικογένεια αντιμετωπίσει την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, πολλοί γονείς νιώθουν την επιθυμία να «προστατέψουν» τα παιδιά από αυτή την ομολογουμένως επίπονη πραγματικότητά και τους οδηγεί συχνά στο να αποκρύψουν την αλήθεια από αυτά ή στο να δημιουργήσουν διάφορα φανταστικά σενάρια για να δικαιολογήσουν την απουσία του θανόντα. Έτσι όμως, και τα ίδια τα παιδιά οδηγούνται στην αποφυγή οποιονδήποτε σχετικών σχολίων και ερωτήσεων, με αποτέλεσμα να μην τους δίνεται τελικά ποτέ η δυνατότητα να συζητήσουν ειλικρινά για τον θάνατο και να προετοιμαστούν σταδιακά για όλες τις αναπόφευκτες απώλειες που θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουν στη ζωή τους.

Οι γονείς δεν πρέπει να λένε ψέματα στα παιδιά όσον αφορά στην απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου. Με απλό τρόπο πρέπει να του λένε ότι το αγαπημένο τους πρόσωπο «πέθανε» και όχι ότι «κοιμήθηκε» γιατί κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε πιθανή και φυσικά λανθασμένη  ταύτιση του θανάτου με τον ύπνο. Πολλά είναι τα παιδιά που αντιδρούν σε αυτή την εικόνα του ύπνου που τους παρουσιάζεται με εφιάλτες και φοβίες γιατί ανησυχούν μήπως δεν ξυπνήσουν ξανά τα ίδια ή οι γονείς τους ποτέ από τον ύπνο τους.

 Το ίδιο ισχύει και για την παραποίηση της αλήθειας με το να λένε οι γονείς ότι το άτομο που πέθανε έχει πάει σε μια μακρινή πόλη ή χώρα και θα μείνει εκεί για πάρα πολύ καιρό, γιατί ,πέρα από μια ψευδή αντίληψη της πραγματικότητας, το παιδί μπορεί να νιώθει ότι αυτό το άτομο το εγκατέλειψε ή να περιμένει να γυρίσει. Σε πιθανά ερωτήματα του παιδιού ως προς το «Πού πήγε η γιαγιά;» είναι προτιμότερο να απαντούν οι γονείς με ειλικρίνεια υποστηρίζοντας πως «Δεν ξέρουμε ακριβώς» αλλά μεταφέροντας μια αισιόδοξη αντίληψη πως «Εκεί που είναι, είναι καλά και δεν υποφέρει πια».

Τα παιδιά πρέπει να αισθάνονται ελεύθερα να εκφράσουν τις σκέψεις και τα συναισθήματα που έχουν, χωρίς να νιώθουν άσχημα ή να ντρέπονται για αυτά. Σε αυτό θα βοηθηθούν, αν και οι γονείς μοιράζονται τη θλίψη και το πένθος μαζί τους ανάλογα με την ηλικία τους και τη συναισθηματική τους κατάσταση σε λογικά πλαίσια. Αντιθέτως, το να προσπαθούν να τα απομονώσουν από τα δικά τους συναισθήματα θλίψης και απόγνωσης για την απώλεια, έχει αρνητικές επιπτώσεις για τα παιδιά. Τα παιδιά ξέρουν πάρα πολύ καλά πότε ο γονέας είναι θλιμμένος ή πότε περνάει μια κρίση. Οι προσπάθειες να αποκρύψουν ένα θάνατο στο οικογενειακό ή φιλικό περιβάλλον ή τα συναισθήματα που τους προκαλεί ο θάνατος αυτός, προξενούν αίσθημα εγκατάλειψης στο παιδί. Είναι προτιμότερο ένα παιδί να μάθει για το θάνατο από τους ίδιους τους θλιμμένους  γονείς του, παρά να αντιμετωπίσει την απόγνωση των γονέων του, χωρίς να ξέρει τον  λόγο.

Όταν οι γονείς είναι σε θέση να μεταβιβάσουν στο παιδί ,σε λογικά πλαίσια ,τη θλίψη τους, τα ερωτηματικά για το θάνατο, τις αναμνήσεις και το νόημα του πόνου, το παιδί  βρίσκει την ευκαιρία να βιώσει ακίνδυνα τις ερωτήσεις που έχει. Μπορεί να μοιραστεί τα έντονα συναισθήματα θλίψης και μελαγχολίας με τους γονείς του.

Όμως σε καμία περίπτωση η θλίψη που εξωτερικεύουν οι γονείς μπροστά στο παιδί για τον θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου δεν πρέπει να είναι υπερβολική, ώστε να αγχώνει τελικά το παιδί. Την κατάρρευσή τους από κατάθλιψη και την απελπισία τους πρέπει να μοιραστούν οι γονείς με έναν καλό τους φίλο ή με έναν συγγενή και σε καμία περίπτωση με τα παιδιά τους.

Το σημαντικότερο και το πιο ανακουφιστικό μήνυμα που πρέπει να περάσουμε σε ένα παιδί που βιώνει τον βαθύ πόνο μιας απώλειας μέσα στην οικογένειά του είναι το γεγονός πως αυτό που νιώθει κάποια στιγμή θα περάσει. Οφείλουμε να δείξουμε στο παιδί την πίστη μας σε εκείνο πως θα καταφέρει να αντέξει την θλίψη που το βαραίνει, και πως θα συνεχίσει τελικά να ζει ευτυχισμένο κοντά στα υπόλοιπα αγαπημένα του πρόσωπα, κρατώντας ζωντανές μόνο τις όμορφες αναμνήσεις από τον θανόντα.

Παιδί και τελετουργικά του πένθους

Πολλοί γονείς αναρωτιούνται αν θα πρέπει να αφήσουν τα παιδιά τους να πάρουν μέρος στα διάφορα τελετουργικά του πένθους, όπως είναι η κηδεία ή το μνημόσυνο.

Η απάντηση εδώ δεν μπορεί να είναι ένα απλό ναι ή όχι.

Η συμμετοχή του παιδιού σε μια τέτοια διαδικασία θα μπορούσε να λειτουργήσει θετικά, βοηθώντας το στην αντιμετώπιση του θλιβερού γεγονότος, δίνοντάς του την ευκαιρία να αποχαιρετίσει το αγαπημένο  του πρόσωπο, να εξωτερικεύσει τα συναισθήματά του, αλλά και να λάβει τη στήριξη άλλων κοντινών ατόμων.

Σίγουρα όμως η ηλικία του παιδιού, η ευαισθησία που το χαρακτηρίζει γενικότερα, η επιθυμία του ίδιου, αποτελούν παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη σε αυτό το ζήτημα.

Επίσης, η μορφή της συμμετοχής του παιδιού στα τελετουργικά του πένθους, εξαρτάται από τις συνθήκες τις συγκεκριμένης περίπτωσης. Σε κάθε περίπτωση όμως, οι γονείς του θα πρέπει να είναι πολύ κοντά του ώστε να φροντίζουν το θλιμμένο παιδί και όταν αυτό το θελήσει να το απομακρύνουν από καταστάσεις πολύ φορτισμένες και ακατάλληλες για αυτό.

Όταν το τυπικό του αποχαιρετισμού ολοκληρωθεί, το παιδί πρέπει να ξαναβρεί τον δρόμο της καθημερινότητας χωρίς το αγαπημένο πρόσωπο. Πρέπει να ξέρουμε ότι η πραγματική επεξεργασία του γεγονότος ενός θανάτου γίνεται πολλές φορές πολύ αργότερα. Μπορεί μάλιστα να εμφανιστεί και για πρώτη φορά μετά από χρόνια.

Η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου αποτελεί μια μεγάλη δοκιμασία για τον καθένα μας και προκαλεί μεγάλο ψυχικό πόνο που στην αρχή φαίνεται να είναι αβάστακτος .

 Όταν πρόκειται για τον θάνατο στο άμεσο οικογενειακό περιβάλλον, π.χ. αν πεθάνει ένας γονέας ή ένας αδελφός, η απώλεια αυτή είναι αναντικατάστατη.

Όσο θλιβερή και αν είναι η εμπειρία της απώλειας και της θλίψης για το παιδί και την οικογένεια για ένα αγαπημένο πρόσωπο που χάθηκε για πάντα, αυτή η εμπειρία ωστόσο προσθέτει μια σημαντική  διάσταση στην ικανότητα του παιδιού να νοιάζεται για τους άλλους.

Επίσης  δίνει σε μας στους γονείς  την ευκαιρία  να μοιραστούμε με τα παιδιά μας αυτό το είδος της προσωπικής θλίψης. Μπορούμε να περιγράψουμε με λόγια τα πιστεύω μας, που μας επιτρέπουν να αντιμετωπίζουμε την απώλεια και τον θάνατο. Έχουμε την ευκαιρία να εξηγήσουμε πώς νιώθουμε εμείς οι ίδιοι μπροστά στο θάνατο, καθώς και τις απόψεις μας για τη θρησκεία και τη μετά θάνατο ζωή.

Μπορούμε να μοιραστούμε τις αναμνήσεις του ατόμου που χάθηκε με τα παιδιά μας και έτσι να περάσουμε το μήνυμα ότι μέσα μας, στις σκέψεις μας θα μείνει πάντα μαζί μας.

ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ ΣΤΟΝ ΠΑΙΔΙΚΟ ΣΤΑΘΜΟ

Η μέρα που το παιδί πηγαίνει για πρώτη φορά στον παιδικό σταθμό, αποτελεί γι’ αυτό ένα μεγάλο βήμα στη ζωή του. Του ανοίγεται ένας εντελώς καινούριος κόσμος γεμάτος από ερεθίσματα και εμπειρίες και του δίνεται η ευκαιρία να αρχίσει να προετοιμάζεται κοινωνικά και διανοητικά για τη συμμετοχή στη σχολική ζωή και στην κοινωνία γενικότερα.

Το ξεκίνημα του σχολείου σηματοδοτεί δύο ταυτόχρονες και σημαντικές αλλαγές στη ζωή των παιδιών.

  • Από τη μια αρχίζουν να στερούνται την ολοκληρωτική παρουσία και φροντίδα των γονέων και ιδιαίτερα της μητέρας τους, καθώς και την ασφάλεια που τους έδινε μέχρι τώρα .
  • Aπό την άλλη αρχίζουν να δημιουργούν νέους δεσμούς και νέες σχέσεις, να αποκτούν εμπειρίες έξω από την οικογένεια και να αλληλεπιδρούν με νέα πρόσωπα που δεν υπόκεινται στον άμεσο έλεγχο της οικογένειας.

Τα παιδιά καλούνται να αντιμετωπίσουν και να προσαρμοστούν σε ένα νέο περιβάλλον, μακριά από την ασφάλεια του σπιτιού τους. Μπαίνουν πλέον στη ζωή τους καινούρια πρόσωπα- οι δασκάλες τους και τα άλλα παιδάκια της ομάδας τους- με τα οποία θα πρέπει να μοιραστούν τα παιχνίδια τους, αλλά και την προσοχή των παιδαγωγών. Ξαφνικά χάνουν την αποκλειστικότητα,  που ίσως είχαν στο σπίτι τους, και παύουν να είναι το επίκεντρο της προσοχής των ανθρώπων γύρω τους.

Κάθε παιδί έχει διαφορετικό τρόπο αντίδρασης κατά τη διάρκεια  τηςπεριόδου προσαρμογής. Κάποια παιδιά μπορεί να κλαίνε, άλλα μπορεί να έχουν δυσκολίες στον ύπνο τους, να γίνονται επιθετικά ή μελαγχολικά, να παρουσιάζουν αλλαγές στις διατροφικές τους συνήθειες ή να παλινδρομούν σε συνήθειες και συμπεριφορές που είχαν σε μικρότερες ηλικίες.

Όλες αυτές οι αντιδράσεις είναι απόλυτα φυσιολογικές στην περίοδο της προσαρμογής και συνήθως υποχωρούν σταδιακά, όταν το παιδί βιώνει καθημερινά ένα ευχάριστο, σταθερό και προβλέψιμο πρόγραμμα, το οποίο δημιουργεί μια αίσθηση  σιγουριάς και ασφάλειας.

Πόσο χρόνο χρειάζεται ένα παιδί να προσαρμοστεί στον παιδικό σταθμό;

Το πόσο θα διαρκέσει η περίοδος προσαρμογής στο σχολικό περιβάλλον, είναι κάτι εντελώς υποκειμενικό για το κάθε παιδί και εξαρτάται από το συνδυασμό πολλών παραγόντων που έχουν να κάνουν με το χαρακτήρα του,  την ωριμότητά του και τις εμπειρίες του, όσο και με την ιδιοσυγκρασία των γονέων, τη  στάση που έχουν σχετικά με το γεγονός ότι το παιδί τους πηγαίνει στο σχολείο αλλά και από τη συναισθηματική και ψυχολογική τους κατάσταση.

Αλλαγή και εξέλιξη

Για το παιδί η κάθε αλλαγή στη ζωή του είναι μια δοκιμασία γι’ αυτό και το κάθε καινούριο είναι μια πρόκληση για να γίνει πιο αυτόνομο και να στηρίζεται στις δυνάμεις του. Από τη μια πλευρά τα παιδιά νιώθουν χαρά και ευχαρίστηση όταν πηγαίνουν στο σχολείο, από την άλλη όμως, κατακλύζονται από αισθήματα φόβου, άγχους και  αγωνίας όταν αντιμετωπίζουν  αυτή την καινούρια πραγματικότητα χωρίς τη μαμά και τον μπαμπά. Αυτό δε σημαίνει όμως ότι δε θέλουν να βιώσουν αυτήν την καινούρια εμπειρία. Στα παιδιά αρέσει να κατορθώνουν πράγματα μόνα τους, αρκεί οι γονείς να τους έχουν καλλιεργήσει το αίσθημα της σιγουριάς στις δυνατότητές τους, παράλληλα με την ασφάλεια που προσφέρει η οικογένεια. Έτσι τα παιδιά δε θα διστάζουν να τολμούν κάτι καινούριο και όταν αντιμετωπίζουν δυσκολίες ή αποτυχίες δε θα απογοητεύονται υπερβολικά και δε θα τα παρατάνε, αλλά αντιθέτως, θα βρίσκουν τη δύναμη να προσπαθήσουν ξανά.

Πώς μπορούν οι γονείς να βοηθήσουν το παιδί τους να προσαρμοστεί;

  • Οι γονείςβιώνουν πολλές φορές άγχος, αμφιβολία και τύψεις επειδή «αφήνουν» το παιδί τους στη φροντίδα άλλων και δεν είναι οι ίδιοι εκεί για να το φροντίσουν. Αναρωτιούνται αν πήραν τη σωστή απόφαση και βιώνουν αισθήματα όπως αγωνία, ανησυχία και ανασφάλεια, τα οποία μεταδίδονται άμεσα στο παιδί, διότι τα παιδιά αντιλαμβάνονται τον κόσμο σε μεγάλο βαθμό αποκωδικοποιώντας και αφομοιώνοντας τα συναισθήματα των γονέων τους. Επομένως, η ομαλή προσαρμογή του παιδιού στο σχολείο ξεκινάει από τους γονείς και από τα αισθήματα που τρέφουν γι’  αυτό το καινούριο βήμα του παιδιού. Γονείς που δεν είναι πεπεισμένοι και αποφασισμένοι για το αν θα πρέπει το παιδί τους να πάει στο σχολείο ή διακατέχονται από συναισθήματα ανασφάλειας και ενοχής επειδή θα το αποχωριστούν, δημιουργούν σύγχυση στο παιδί και δυσκολεύουν ή παρατείνουν τη φάση της προσαρμογής του στο νέο περιβάλλον. Έτσι, απαραίτητη  προϋπόθεση για την όσο γίνεται ομαλότερη προσαρμογή του παιδιού στο σχολείο είναι να εισπράττει το παιδί σιγουριά και αισιοδοξία από τους γονείς για αυτό το σημαντικό βήμα στην εξέλιξή του. Το παιδί έχει τα μάτια του στραμμένα επάνω στους γονείς του για να βεβαιωθεί ότι θα είναι ασφαλές στο νέο του περιβάλλον και ότι έχουν εμπιστοσύνη στην ικανότητά του να προσαρμοστεί σε αυτό. Αυτή τη σιγουριά το παιδί δεν την εισπράττει μόνο από τα λόγια των γονέων, αλλά πολύ περισσότερο από τα μη λεκτικά μηνύματα  που αυτοί εκπέμπουν από την εσωτερική τους στάση. Γι’ αυτόν τον λόγο, οι γονείς πρέπει να δουλέψουν τους δικούς τους φόβους και το άγχος αποχωρισμού από το παιδί, καθώς και τις τυχόν ενοχές τους και να καλλιεργούν συνεχώς τη σιγουριά και την αισιοδοξία γι’  αυτό το καινούριο βήμα του παιδιού τους. Σε αυτό βοηθά η συνεχής επικοινωνία και συνεργασία, τόσο με το παιδαγωγικό προσωπικό και τη διεύθυνση, όσο και με τον/την ψυχολόγο του σχολείου, εφόσον υπάρχει.
  • Υπερπροστατευτικότητα  των γονέων

Η υπερπροστατευτικότητα των γονέων αντί  να  «προστατεύει» το παιδί, το κρατάει εξαρτημένο απ’ αυτούς και εμποδίζει την ομαλή κοινωνικοποίησή του καθώς και την απόκτηση εμπιστοσύνης στις δικές του ικανότητες. Οι γονείς λοιπόν θα πρέπει σε ασφαλή πλαίσια να καλλιεργούν την αυτονομία και την ανεξαρτησία των παιδιών τους και να τους περνούν το μήνυμα ότι πιστεύουν στις ικανότητές τους.

  • Ηπρώτη μέρα στο σχολείο δεν πρέπει να είναι ταυτόχρονα και η πρώτη φορά που  αποχωρίζονται το παιδί τους. Πριν την ένταξή του στο σχολείο, θα πρέπει το παιδί να έχει βιώσει μικρής διάρκειας αποχωρισμούς, προκειμένου να νιώθει σιγουριά ότι ο γονέας δεν το εγκαταλείπει, αλλά πάντα επιστρέφει.
  • Είναι απόλυτα φυσιολογικό για ένα παιδί να φοβάται τον αποχωρισμό, γι’ αυτόδεν πρέπει να το επιπλήττουμε, αλλά να αντιδρούμε έτσι ώστε να είναι πιο εύκολο για το παιδί να το ξεπεράσει.
  • Μεγάλη σημασία έχει ηεπιλογή της κατάλληλης στιγμής που το παιδί θα πάει για πρώτη φορά στο σχολείο. Αν π.χ. πρόκειται να γεννηθεί ένα αδελφάκι, πρέπει το παιδί να αρχίσει το σχολείο αρκετό χρόνο πριν τη γέννα, έτσι ώστε να μην εισπράξει την έναρξη του σχολείου ως απόρριψή του προς «όφελος» του μωρού.
  • Επικοινωνία και σχέση εμπιστοσύνης

Για να χτίσει το παιδί μια σχέση εμπιστοσύνης με τις δασκάλες του, βασική προϋπόθεση είναι η καλλιέργεια μιας σχέσης εμπιστοσύνης και συνεργασίας ανάμεσα στους γονείς, στο εκπαιδευτικό προσωπικό, στη διεύθυνση του σχολείου και στην ψυχολόγο του σχολείου. Γι’ αυτό το λόγο είναι σκόπιμο οι γονείς να επιδιώκουν τη γνωριμία με τη δασκάλα του παιδιού τους και να εκμεταλλεύονται κάθε ευκαιρία  για την ενημέρωσή τους για την πορεία και την εξέλιξη του παιδιού (συγκέντρωση  γονέων, προγραμματισμένο ραντεβού με τη δασκάλα). Επίσης είναι πολύ χρήσιμο ένα ατομικό ραντεβού με τον /την ψυχολόγο του σχολείου, όπου μπορούν να συζητηθούν θέματα που αφορούν τη γενικότερη ανατροφή και διαπαιδαγώγηση του παιδιού.

  • Ενημέρωση για σημαντικά γεγονότα της οικογένειας

Για την όσο γίνεται καλύτερη προσαρμογή του παιδιού στο σχολείο αλλά και γενικότερα για την ομαλή εξέλιξή του βοηθάει ιδιαίτερα αν γνωρίζει η δασκάλα του τις ιδιαιτερότητές του: τι του αρέσει, τι δεν του αρέσει, τι το ενδιαφέρει, τις συνήθειές του στο φαγητό και στον ύπνο κ.τ.λ. Οι γνώσεις αυτές  βοηθούν τους παιδαγωγούς να πλησιάσουν το κάθε παιδί με τον πιο ευνοϊκό τρόπο έτσι ώστε  να εισπράττει ότι γνωρίζουν γι’ αυτό και είναι «δικοί του άνθρωποι» και συνεπώς να νιώθει ασφάλεια και σιγουριά μαζί τους. Πρέπει να  ενημερώνονται επίσης για τυχόν οικογενειακά προβλήματα (χωρισμός, διαζύγιο, απώλεια αγαπημένου προσώπου κ.τ.λ.)  που μπορεί να επηρεάζουν την ψυχολογία και τη συμπεριφορά του παιδιού έτσι ώστε να το πλησιάζουν κατάλληλα και με διακριτικότητα και να ενημερώνονται οι γονείς για τυχόν αντιδράσεις του.

Πώς μπορούν οι γονείς να προετοιμάσουν το παιδί τους για τον παιδικό σταθμό;

Προϋπόθεση για την ομαλή ένταξη του παιδιού στη σχολική ζωή είναι η έγκαιρη και κατάλληλη προετοιμασία του από το σπίτι.

  • Επίσκεψη των γονέων στο σχολείο

Καλό θα ήταν να έχουν επισκεφτεί το σχολείο πρώτα και οι δύο γονείς, να έχουν δει τις εγκαταστάσεις του, τους χώρους που θα παίζει το παιδί τους, που θα τρώει, που θα κάνει διάλειμμα, που θα ξεκουράζεται, για να έχουν μια πλήρη εικόνα για το χώρο που θα περνάει το παιδί τους αρκετές ώρες της ημέρας του. Έτσι καλλιεργείται η εμπιστοσύνη των γονέων στο σχολείο που θα εμπιστευτούν το παιδί τους και στη συνέχεια μπορούν να περιγράψουν και στο ίδιο το παιδί  με ενθουσιασμό το σχολείο του. Η πρακτική γνώση των χώρων του σχολείου  θα ωφελήσει και αργότερα στις συζητήσεις που θα έχουν με το παιδί τους όταν μοιράζεται τα βιώματά του μαζί τους και οι γονείς θα έχουν ακριβή εικόνα όταν το παιδί τους μιλάει για τη «μεγάλη τσουλήθρα»  που κατάφερε  να ανέβει, για τα «ξύλινα παιχνίδια» στην αυλή που πήγε για  πρώτη φορά ή για το «ατελιέ» που ζωγράφισε για πρώτη φορά με το πινέλο.

  • Ενημέρωση για τις δραστηριότητες στο σχολείο και επίσκεψη με το παιδί στο σχολείο

Οι γονείς πρέπει να παρουσιάζουν τη φοίτηση στο σχολείο με ενθουσιασμό μεν, αλλά χωρίς υπερβολές και να κινούν την περιέργεια του παιδιού για το σχολείο.  Πρέπει να του δίνουν κίνητρα για να πάει, όπως να του μιλούν για τους φίλους που θα γνωρίσει, τα  παιχνίδια  που θα παίξει, τα πράγματα  που θα μάθει κ.τ.λ. και στη συνέχεια να επισκέπτονται μαζί με το παιδί το σχολείο. Η γνωριμία με το χώρο του σχολείου πριν ακόμα ξεκινήσει η συστηματική φοίτησή του, θα βοηθήσει το παιδί να προσαρμοστεί πιο εύκολα στο καινούριο αυτό περιβάλλον, προσφέροντάς του την ευκαιρία να εξοικειωθεί σταδιακά.

Καλό θα ήταν, σε μια ήρεμη στιγμή, π.χ. όταν είστε χαλαροί «αγκαλίτσα» στον καναπέ, να κουβεντιάσετε με το παιδί σας και τις «λεπτομέρειες» για το ξεκίνημά του στο σχολείο (αφού από καιρό το έχετε προετοιμάσει κατάλληλα γι’ αυτό το καινούριο βήμα στη ζωή του!). Θα του εξηγήσετε ακριβώς, τι πρόκειται να συμβεί, χωρίς να δώσετε ιδιαίτερο «βάρος» και «σοβαρότητα» στο γεγονός αυτό. Θα κουβεντιάσετε απλά θέματα όπως π.χ. «θα  ετοιμάσουμε την τσάντα που θα πάρεις μαζί σου στο σχολείο», «θα φορέσουμε τα αγαπημένα σου ρούχα» (και να τα έχετε έτοιμα…), αλλά και το γεγονός ότι «Θα πάμε μαζί στο σχολείο και εγώ θα φύγω μετά για να …. (πάω στη δουλειά μου/ να κάνω τις δουλειές του σπιτιού ….)».

Οι γονείς πρέπει να περνούν το μήνυμα ότι το σχολείο είναι για τα παιδιά και όχι για μαμάδες και  μπαμπάδες…

Πρακτικές συμβουλές

  • Φορέστε του άνετα ρούχα και όχι τα «καλά του» για να νιώθει άνετα.
  • Διαλέξτε μαζί του τα σχολικά είδη και τα ρούχα που θα φορέσει στο σχολείο.
  • Γράψτε το όνομά του σε όλα τα ρούχα και τα πράγματά του. Αυτό είναι σημαντικό γιατί η νηπιαγωγός τις πρώτες μέρες δεν μπορεί να γνωρίζει την τσάντα, το μπουφάν κ.τ.λ. του κάθε παιδιού. Το παιδί όμως το βοηθάει να νιώθει σιγουριά από την πρώτη στιγμή, αν η δασκάλα του «γνωρίζει» τα πράγματά του όπως και η μαμά του.
  • Μην του μιλάτε για κάποια «συναρπαστικά» και ενδιαφέροντα πράγματα που συνέβησαν στο σπίτι την ώρα που το παιδί σας ήταν στο σχολείο.
  • Μην επεκτείνετε τις καλοκαιρινές διακοπές σας και τη «χαλαρή» ζωή μέχρι την τελευταία μέρα πριν αρχίσει το σχολείο. Δώστε ένα χρονικό διάστημα, μερικών ημερών τουλάχιστον, για να προσαρμοστεί το παιδί σας στους ρυθμούς της «καθημερινής» σας ζωής.
  • Προσαρμόστε το «πρόγραμμα ύπνου» του παιδιού σταδιακά στις απαιτήσεις της καθημερινότητάς σας.
  • Περιορίστε σταδιακά τις καλοκαιρινές βόλτες και εξόδους προς το τέλος του καλοκαιριού για να μη  βγάζει το παιδί το συμπέρασμα πως «τώρα που άρχισε το σχολείο τελείωσαν οι βόλτες», αλλά περάστε το μήνυμα πως «αφού τελείωσαν οι διακοπές και οι βόλτες, πάμε σχολείο».

Τι πρέπει να προσέξουν οι γονείς τις πρώτες μέρες στον παιδικό σταθμό αλλά και στη συνέχεια

  • Καλό θα ήταν, ιδιαίτερα αν το παιδί  πηγαίνει για πρώτη χρονιά στον παιδικό σταθμό, να μην έχετε επαγγελματικές υποχρεώσεις τις πρώτες μέρες της προσαρμογής του. Με αυτό τον τρόπο μπορείτε να παρευρίσκεστε τις πρώτες μέρες μετά από τον αποχαιρετισμό από το παιδί  σε ένα χώρο του σχολείου εκτός της τάξης του παιδιού, όπου μπορεί να σας φέρουν το παιδί όταν οι δασκάλες του το θεωρούν σκόπιμο. Επίσης μπορεί να επιστρέφει το παιδί νωρίτερα με το σχολικό στο σπίτι του, όταν κρίνεται απαραίτητο  και να μη νιώθει «υποχρεωμένο» να μείνει.
  • Το παιδί θα βοηθηθεί αρκετά στην προσαρμογή του, αν η παραμονή του είναι αρχικά  μικρής διάρκειας  και  συμπεριλαμβάνει το χρονικό διάστημα του διαλείμματος στην αυλή.
  • Όταν υπάρχει δυνατότητα μεταφοράς του παιδιού με σχολικό λεωφορείο, καλό θα ήταν να γίνεται αρχικά μόνο η επιστροφή στο σπίτι με το σχολικό έτσι ώστε το παιδί να συνδυάζει το λεωφορείο με το ευχάριστο γεγονός της αντάμωσης με τη μαμά και τον μπαμπά. Έτσι θα του είναι πιο εύκολο να το «εμπιστευτεί» και σιγά σιγά να νιώσει άνετα με αυτό το μέσο και για τις υπόλοιπες διαδρομές.
  • Ο αποχαιρετισμός

Αυτή είναι πραγματικά η πιο δύσκολη στιγμή! Για να αντιμετωπίζουν οι γονείς σωστά τις αντιδράσεις του παιδιού τους θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι είναι πολύ φυσιολογικό ένα παιδί να κλάψει τη στιγμή που θα το αποχαιρετίσει ο γονέας του και μάλιστα όχι μόνο τις πρώτες μέρες, αλλά ίσως και τις επόμενες εβδομάδες ή κάποια μέρα μετά από μήνες. Το κλάμα στον αποχαιρετισμό δείχνει το δέσιμο του παιδιού  με τον γονέα και γι’ αυτό το λόγο θεωρείται ως ένα υγιές σημάδι που εκφράζει ένα παιδί το οποίο αποχωρίζεται το γονέα του.

Το ίδιο ισχύει και για άλλες αντιδράσεις αποχωρισμού, όπως π.χ. εκφράσεις θυμού ή  παλινδρόμησης, δηλ. να συμπεριφέρεται σαν ένα παιδί μικρότερης ηλικίας. Μην καθυστερήσετε τον αποχαιρετισμό και την αποχώρησή σας, αν βλέπετε ότι το παιδί σας κλαίει και δε σας αφήνει να φύγετε. Με το να επεκτείνετε τον αποχαιρετισμό υπερβολικά, το μόνο που θα γίνει είναι να παρατείνετε την αγωνία και να εντείνετε το άγχος και την ανασφάλεια και των δυο σας. Είναι προτιμότερο να επισπεύσετε την αποχώρησή σας, να το χαιρετίσετε και να φύγετε κρατώντας σταθερή στάση ή να πηγαίνετε σε ένα χώρο στο σχολείο στον οποίο δε σας βλέπει το παιδί, όπου περιμένετε να σας ενημερώσει η δασκάλα για το πώς είναι το παιδί σας λίγο αργότερα.  Μη φύγετε «στα κρυφά» όταν είναι απασχολημένο με κάτι χωρίς να αποχαιρετίσετε το παιδί σας, γιατί θα ταραχθεί όταν ανακαλύψει ότι το «αφήσατε μόνο του» και έτσι διαταράσσεται η εμπιστοσύνη του σε εσάς  και  δημιουργείται περισσότερη ανασφάλεια. Αντιθέτως, αναπτύξτε μια τρυφερή και σύντομη «δική σας» ρουτίνα αποχαιρετισμού εκφράζοντας σιγουριά και αποφασιστικότητα. Τις πρώτες μέρες θα ήταν καλό να μείνει το παιδί μόνο για λίγες ώρες και να αυξηθεί η παραμονή του σταδιακά, ώσπου να φτάσει σε ένα επιθυμητό ωράριο το οποίο θα ήταν καλό να  μην αλλάξει χωρίς να υπάρχει κάποιος σημαντικός λόγος. Αν το παιδί έχει μεγάλη δυσκολία να αποχωριστεί τον έναν γονέα, καλό θα ήταν να το πηγαίνει ο άλλος γονέας τις πρώτες μέρες στο σχολείο έτσι ώστε να μειωθούν όσο γίνεται οι έντονες αντιδράσεις του.

  • Να είστε κοντά στο παιδί σας ιδιαίτερα σε αυτή την περίοδο προσαρμογής σε  μια καινούρια καθημερινότητα, ακούγοντας τα βιώματα που μοιράζεται μαζί σας, τις σκέψεις του και τα συναισθήματά του και κουβεντιάζοντας μαζί του τις εμπειρίες του, είτε αυτές αφορούν νέες γνώσεις, τις παρέες και τα παιχνίδια που έπαιζε είτε αφορούν αισθήματα αγωνίας, άγχους ή λύπης.
  • Το παιδί μπορεί να προσαρμοστεί στην αρχή πολύ εύκολα και να παρουσιάσει συμπεριφορές αντίδρασης μετά από κάποιο χρονικό διάστημα. Σε αυτές τις περιπτώσεις συνήθως δεν έχει συμβεί κάτι δυσάρεστο στο σχολείο, απλά το παιδί έχει συνειδητοποιήσει τη  μονιμότητα της καινούριας κατάστασης και με το κλάμα ή άλλες αντιδράσεις , δοκιμάζει κατά πόσο  έχει τη δυνατότητα να ανατρέψει αυτή την πραγματικότητα. Οι γονείς σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να κρατήσουν μια σταθερή συμπεριφορά επιμένοντας στη συνέχιση της παραμονής του παιδιού εκεί και μετά από λίγες μέρες θα επανέλθει ο αρχικός του ενθουσιασμός για το σχολείο και σταδιακά θα αντιληφθεί ότι απέκτησε έναν ακόμη δικό του χώρο, το σχολείο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στερείται τους γονείς του.
  • Τα παιδιά μπορεί να μη γνωρίζουν την ώρα, αλλά ξέρουν να συνδυάζουν την αποχώρησή τους με συγκεκριμένα γεγονότα, όπως π.χ. την αποχώρησή τους πριν από το μεσημεριανό γεύμα ή μετά από την αποχώρηση κάποιου συγκεκριμένου  φίλου τους κ.τ.λ. Γι’ αυτό το λόγο θα ήταν καλό, τουλάχιστον στην περίοδο της προσαρμογής, να μη γίνονται αλλαγές στην ώρα αποχώρησης ή προσέλευσης χωρίς λόγο. Επίσης καλό θα ήταν να αποφεύγετε να πηγαίνετε το παιδί σας στο σχολείο πολύ αργότερα το πρωί από τα άλλα παιδιά ή να το παίρνετε νωρίτερα, γιατί έτσι δε συμμετέχει σε όλες τις ομαδικές δραστηριότητες και  εξασκείται λιγότερο σε σημαντικές δεξιότητες.

Οι γονείς λοιπόν συμβάλλουν καθοριστικά στην ομαλή ένταξη του παιδιού τους στο σχολείο. Με τη στάση τους,  μπορούν να το βοηθήσουν να προσαρμοστεί  σε αυτή την καινούρια του καθημερινότητα, που θα του προσφέρει μεγάλη χαρά και έναν καινούριο κόσμο γεμάτο από πρωτόγνωρα ερεθίσματα, εμπειρίες και βιώματα. 

λογοθεραπεια γλυφαδα

ΣΗΜΑΔΙΑ ΓΙΑ ΠΙΘΑΝΕΣ ΑΔΥΝΑΜΙΕΣ ΣΤΗΝ ΜΑΘΗΣΗ

Η ανατροφή ενός παιδιού είναι αναμφίβολα η πιο σημαντική και δύσκολη “δουλειά”. Οι γονείς στην καθημερινότητά τους με τα παιδιά βιώνουν στιγμές χαράς και αγάπης, αλλά παράλληλα τους ταλαιπωρούν και ανησυχίες σχετικά με την ανατροφή και την ανάπτυξη των παιδιών τους. Ορισμένες ανησυχίες των γονέων έχουν να κάνουν με την ομιλία και τον λόγο των παιδιών. Για παράδειγμα:

 “Ο γιός μου είναι 22 μηνών, εκτός από τις λέξεις “μαμά”, “μπαμπά”, “γιαγιά”, δε λέει καμία άλλη λέξη, πρέπει να κάνει λογοθεραπεία;”

 “Το παιδί μου σε λίγες μέρες θα κλείσει τα 3, μιλάει συνεχώς, αλλά δεν το καταλαβαίνει κανείς”

 “Η κόρη μου είναι 5 χρονών και δε λέει καθαρά κάποιες λέξεις, τις λέει με τον δικό της τρόπο. Το σκέφτομαι συνέχεια, τι πρέπει να κάνω;”

Είναι απόλυτα κατανοητό και φυσιολογικό οι γονείς να έχουν κάποιες ανησυχίες σχετικά με την ανάπτυξη των παιδιών τους. Πολλές φορές οι ανησυχίες αυτές είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας για τον έγκαιρο  εντοπισμό  κάποιων  δυσκολιών που μπορεί να αντιμετωπίζει το παιδί. Για τον λόγο αυτό είναι καλό οι γονείς να γνωρίζουν σημάδια που πρέπει να τους προβληματίσουν, εν προκειμένω, στην ανάπτυξη του λόγου του παιδιού. 

Αναφορικά λοιπόν με τη γλωσσική ανάπτυξη των παιδιών, τα παρακάτω σημάδια, ανά ηλικία, θα πρέπει να προβληματίσουν τους γονείς και, αν αναγνωρίσουν κάποια από αυτά, να απευθυνθούν σε έναν  λογοθεραπευτή για λεπτομερή αξιολόγηση  του παιδιού:

Όταν το παιδί μέχρι την ηλικία του ενός έτους:

  • δεν ανταποκρίνεται σε ήχους του περιβάλλοντός του (σε αυτήν την περίπτωση, πρέπει πρώτα να γίνει εξέταση της ακοής του παιδιού)
  • δεν καταλαβαίνει τη σημασία των λέξεων: “ναι” – “όχι”
  • δεν παράγει ήχους – συλλαβές, όπως “μα”, “μπα”

 Όταν σε ηλικία 1ος – 2 ετών:

  • δυσκολεύεται στην κατανόηση απλών εντολών, όπως: “κάνε παλαμάκια”
  • δεν ανταποκρίνεται στο κάλεσμα του ονόματός του
  • δεν ανταποκρίνεται σε κοινωνικές συναλλαγές, όπως να χαιρετήσει κουνώντας το χέρι του
  • χρησιμοποιεί λιγότερες από 10 – 15 λέξεις, για να εκφραστεί, όπως “μαμά”

 Όταν σε ηλικία 2 – 3ων ετών:

  • το εκφραστικό του λεξιλόγιο περιλαμβάνει λιγότερες από 50 λέξεις
  • δε χρησιμοποιεί φράσεις με 2 έως 3 λέξεις
  • δυσκολεύεται στην κατανόηση, αλλά και στην εκτέλεση απλών εντολών
  • δεν αναγνωρίζει τα μέρη του σώματος
  • δυσκολεύεται στην κατανόηση της άρνησης
  • δε χρησιμοποιεί την άρνηση στον λόγο του, όπως “όχι μαμά”
  • δεν πραγματοποιεί απλές ερωτήσεις, όπως: “πού είναι;”

  Όταν σε ηλικία 3ων – 4ων ετών:

  • η ομιλία του δεν είναι καταληπτή από τρίτους
  • δε σχηματίζει προτάσεις με 4-5 λέξεις
  • δεν κατανοεί έναν πολύ μεγάλο αριθμό λέξεων και διάφορες έννοιες, όπως τα χρώματα, τα φρούτα, τις έννοιες «μέρα – νύχτα» κ.ά.
  • δε χρησιμοποιεί στον λόγο του τις προθέσεις, όπως: με, από, για, μετά κ.ά.
  • δε χρησιμοποιεί στον λόγο του τον πληθυντικό αριθμό

 Όταν σε ηλικία 4ων – 5 ετών:

  • δεν κατανοεί και κατ΄ επέκταση δεν εκτελεί σύνθετες εντολές, όπως “πάρε το κόκκινο αρκουδάκι και την κίτρινη μπάλα”
  • δεν κάνει ερωτήσεις που εισάγονται με τα “ποιος”, “τι”, “πού”, “πότε”
  • δε χρησιμοποιεί σύνθετες προτάσεις, με το σύνδεσμο “και”
  • το λεξιλόγιό του αποτελείται από λιγότερες από 400 λέξεις
  • δυσκολεύεται στην αφήγηση μιας ιστορίας ή μιας δραστηριότητας που έκανε
  • δυσκολεύεται στην παραγωγή των περισσοτέρων ή όλων των συμφώνων, με εξαίρεση τα «ρ», «λ» , «σ», «ζ».
  • χρησιμοποιεί προτάσεις χωρίς άρθρα ή/και προθέσεις
  • υπάρχουν αρκετά συντακτικά αλλά και γραμματικά λάθη στην ομιλία του

 Όταν σε ηλικία 5 – 6 ετών:

  • το εκφραστικό του λεξιλόγιο είναι περιορισμένο σε σύγκριση με παιδιά της ίδιας ηλικίας (λιγότερες από 1.000 λέξεις)
  • δεν προφέρει σωστά αρκετά σύμφωνα και τα συμπλέγματα αυτών (π.χ. φρ, θλ, βλ, γρ, ρφ, σπλ…)
  • δεν κατανοεί τις αντίθετες έννοιες, όπως μεγάλο – μικρό, γεμάτο – άδειο
  • δυσκολεύεται στην κατανόηση και χρήση των χρόνων των ρημάτων (ενεστώτα – αόριστο – μέλλοντα)
  • δεν είναι σε θέση να αφηγηθεί μια ιστορία με σωστή χρονολογική σειρά των γεγονότων

  Όταν το παιδί σε ηλικία 6 ετών και πάνω:

  • αντιμετωπίζει δυσκολία στην ανάγνωση ή/και στη γραφή του
  • δυσκολεύεται στην παραγωγή των φωνημάτωνρ , λ

Σε περίπτωση που οι γονείς παρατηρήσουν κάποια από τις παραπάνω δυσκολίες, πρέπει άμεσα να απευθυνθούν σε ένα λογοθεραπευτή για να γίνει μια αξιολόγηση των πιθανών δυσκολιών του παιδιού. Ο λογοθεραπευτής είναι σε θέση να τους πληροφορήσει για το κατά πόσο όντως οι δυσκολίες του παιδιού χρήζουν λογοθεραπευτικής παρέμβασης ή αποτελούν απλά ένα φυσιολογικό αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού.

Πολλές φορές έπειτα από την πρώτη επαφή και αξιολόγηση του παιδιού, ο λογοθεραπευτής έχοντας μια πιο  έμπειρη και  επιστημονική ματιά, είναι δυνατόν  να εντοπίσει και άλλες δυσκολίες και ελλείψεις στην ανάπτυξη του παιδιού, που οι γονείς να μην τις έχουν αντιληφθεί. Για τον λόγο αυτό μπορεί να κριθεί απαραίτητο  η παραπομπή σε άλλους ειδικούς. Συνήθως όταν παρατηρούνται ελλείψεις στα βασικά αναπτυξιακά ορόσημα και σε βασικές δεξιότητες του παιδιού γίνεται παραπομπή σε αναπτυξιολόγο για να εντοπιστούν, από ιατρική σκοπιά, οι όποιες ελλείψεις του παιδιού που προβληματίζουν τον ειδικό.

ΤΑ ΟΡΙΑ ΣΤΗ ΔΙΑΠΑΙΔΑΓΩΓΗΣΗ

Από τη στιγμή που γεννιέται ένα παιδί, οι γονείς βάζουν συνεχώς όρια γύρω του για να το προστατέψουν, χωρίς να κάνουν δεύτερη σκέψη για αυτό. Είναι αυτονόητο.  Περιορίζουν τον εξωτερικό κόσμο για  να μην εισχωρήσει στον κόσμο του παιδιού περισσότερο από όσο θεωρούν σωστό και αναγκαίο για την εξασφάλιση της σωματικής και ψυχικής ασφάλειάς του. Οριοθετούν τον χώρο του και  το  προστατεύουν από το κρύο και τη ζέστη και γενικότερα από καταστάσεις οι οποίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν κίνδυνο για το παιδί. Βάζουν όμως και όρια στον εσωτερικό του κόσμο, φροντίζοντας να μην πεινάσει ή διψάσει και να είναι καθαρό.

Συνήθως οι γονείς δε συνειδητοποιούν ότι βάζουν όρια από τη στιγμή που έρχεται στον κόσμο το παιδί τους και για όσο διάστημα είναι παθητικό και δεν αμφισβητεί τα όρια αυτά.

Όσο μεγαλώνει το παιδί όμως, αρχίζει σιγά – σιγά τα αμφισβητεί γιατί τα «θέλω» του έρχονται  σε σύγκρουση με τα «μπορώ» του και τα «θέλω» των γονέων του. Τότε πολλοί γονείς δυσκολεύονται να βάλουν όρια στο παιδί τους ή βάζουν όρια, αλλά αδυνατούν να είναι σταθεροί στην τήρησή τους. Μεγαλώνοντας, το παιδί  διεκδικεί όλο και περισσότερο να ορίζει και να κατευθύνει τη ζωή του, να δοκιμάζει καινούριες καταστάσεις και να βιώνει δικές του εμπειρίες χωρίς την καθοδήγηση των γονέων, πράγμα το οποίο φτάνει στον πιο έντονο βαθμό του κατά την περίοδο της εφηβείας. Πολλοί γονείς νιώθουν ανασφάλεια για το πόσο στενά πρέπει να είναι τα όρια που θα θέσουν στο παιδί τους, πόσο πρέπει να υποχωρήσουν και πότε πρέπει να αφήσουν το παιδί τους να κάνει τα δικά του βήματα.

 

Σε τι χρησιμεύουν τα όρια στη διαπαιδαγώγηση;

Τα όρια είναι εργαλεία που χρησιμοποιούμε για να «χτίσουμε» σχέσεις συνεργασίας, για να γνωστοποιούμε στα παιδιά τι θέλουμε καθώς επίσης και τι εναλλακτικές λύσεις υπάρχουν προκειμένου να μπορέσουν να πάρουν αυτό που θέλουν. Η οριοθέτηση της συμπεριφοράς είναι αυτό που βοηθά το παιδί να κατανοήσει τους κανόνες και τις προσδοκίες των γονέων του επομένως σχετίζεται με τη διδασκαλία και όχι με την τιμωρία.

Τι αντίκτυπο έχουν τα όρια που βάζουν οι γονείς  στα παιδιά;

  • Τα παιδιά αισθάνονται ανασφάλεια και για να νιώσουν ασφαλή, θέλουν να ξέρουν ότι βρίσκονται υπό την προστασία και την καθοδήγηση των γονέων τους. Με τη θέσπιση ορίων μέσα σε ένα υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο καλλιεργείται η υπευθυνότητα του παιδιού, τα παιδιά θα μπορέσουν να αναλάβουν πρωτοβουλίες και να πειραματιστούν, έχοντας τους γονείς ως σημείο αναφοράς, ώστε αργότερα να αυτονομηθούν, να νιώθουν ικανά να επιλύουν προβλήματα και να έχουν τον έλεγχο του εαυτού τους. Τα όρια μπορεί να είναι περιορισμοί που  εξοργίζουν κάποιες φορές το παιδί, αλλά παράλληλα λειτουργούν σαν πύλες που πίσω τους νιώθει ασφαλές.
  • Τα όρια αφήνουν περιθώρια στο παιδί να αλλάξει τη συμπεριφορά του έτσι ώστε να καταφέρει να ικανοποιήσει τις ανάγκες του και επικεντρώνονται στο να δημιουργούν και να προσφέρουν πιο εποικοδομητικές επιλογές. Σε αντίθεση με αυτό, οι τιμωρίες και οι απειλές επικεντρώνονται στην αρνητική συμπεριφορά και αποσκοπούν στην διακοπή της,  χωρίς να δείχνουν στο παιδί μια εναλλακτική επιλογή η οποία θα μπορούσε να ικανοποιήσει τις ανάγκες του.
  • Άπειρες μελέτες έχουν δείξει, ότι τα παιδιά στα οποία οι γονείς θέτουν σταθερά όρια που δεν περιορίζουν τις ευκαιρίες για πειραματισμό και επιτρέπουν την αυθόρμητη έκφραση, έχουν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, είναι ανεξάρτητα και υπεύθυνα.
  • Το παιδί, ναι μεν δοκιμάζει τα όρια, όχι όμως για να προκαλέσει τους γονείς ή να «περάσει το δικό του», αλλά γιατί η παρόρμησή του να ξεπεράσει το όριο είναι δυνατή και θέλει να εξετάσει κατά πόσο το όριο εξακολουθεί να ισχύει.

Ποιες είναι οι  συνέπειες στην οικογένεια και στις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της, όταν οι γονείς οριοθετούν τα παιδιά τους;

  • Όταν οι γονείς βάζουν σταθερά όρια στα παιδιά τους και τα παιδιά ξέρουν τι επιτρέπεται, κάτω από ποιες συνθήκες και τι απαγορεύεται, μακροπρόθεσμα μειώνονται κατά πολύ οι διαμάχες μεταξύ γονέα και παιδιού και ελαχιστοποιούνται εκδηλώσεις δυσπροσάρμοστης συμπεριφοράς (γκρίνιες, εκρήξεις θυμού) του παιδιού. Αυτό συμβαίνει διότι το παιδί δε θα κάνει κάτι που ξέρει ότι δεν έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα, ξέρει δηλαδή ότι όσο και να «γκρινιάζει», δε θα πάρει τη σοκολάτα που θέλει και ξέρει και το γιατί. Μια συμπεριφορά που επανειλημμένα δεν είχε θετικό αποτέλεσμα στο παρελθόν (με την γκρίνια δεν πήρε τη σοκολάτα) μακροπρόθεσμα δε θα επαναληφθεί. Κατά καιρούς βέβαια θα γίνονται «δοκιμές» γιατί το παιδί θα εξετάζει αν εξακολουθεί να ισχύει το όριο αυτό.
  • Όταν υπάρχουν ξεκάθαρα όρια στην οικογένεια, μειώνεται και η πιθανότητα συναισθηματικού ξεσπάσματος θυμού ή απογοήτευσης των γονέων, γιατί λειτουργούν συνειδητά ανάλογα με τα όρια που έχουν βάλει και έτσι προλαβαίνουν κατά πολύ συναισθηματικά φορτισμένες καταστάσεις.
  • Η κατάλληλη οριοθέτηση επιτρέπει τις θετικές και τις αρνητικές επιπτώσεις να υπάρχουν σε ένα μη τιμωριτικό περιβάλλον, γιατί οι αρνητικές συνέπειες είναι απλά η απουσία των θετικών επιπτώσεων μιας επιλογής που έκανε το παιδί.  Έτσι π.χ. αν δεν κάνει την εργασία του, δε θα πάει βόλτα.
  • Γενικά, σε μια πετυχημένη οριοθέτηση, όλοι είναι κερδισμένοι („win-win”) γιατί οι γονείς έχουν περάσει στο παιδί κάτω από ποιες συνθήκες μπορεί να έχει αυτό που θέλει και έτσι υπάρχει μέσα σε ένα κλίμα σεβασμού μια ισορροπία ανάμεσα στις ανάγκες των γονέων και τις ανάγκες του παιδιού. Επίσης μαθαίνουν όλα τα μέλη της οικογένειας να βλέπουν μια κατάσταση από την οπτική γωνία του άλλου. Αυτό με τη σειρά του οδηγεί σε μια ευελιξία σκέψης και μακροπρόθεσμα σε μια πιο σφαιρική αντίληψη.

 

Ποιες είναι οι συνέπειες για το παιδί αν δεν υπάρχουν όρια στην οικογένεια;

  • Τα παιδιά που τους επιτρέπεται να κάνουν τα πάντα σε οποιαδήποτε στιγμή, δε μαθαίνουν υποχώρηση, εκτίμηση, συμβιβασμό, αλλά και σεβασμό προς τον άλλο. Όταν θα βρίσκονται με άλλα παιδιά, δε θα ξέρουν πώς να μοιράζονται ούτε και να παίζουν μαζί τους επί ίσοις  όροις. Έτσι, το παιδί δεν αποκτά τις ικανότητες που θα του επιτρέψουν να βρίσκεται με άλλους αν αυτοί δεν έχουν αποκλειστικό τους σκοπό την ικανοποίηση των δικών του αναγκών.
  • Ένα παιδί που δε γνωρίζει όρια και δε μαθαίνει να τα τηρεί είναι ανασφαλές, αποπροσανατολίζεται  εύκολα από κάθε είδους ερεθίσματος, δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί στους στόχους του και βιώνει συχνά την απόρριψη και τις συνεχείς αποτυχίες.
  • Τα περισσότερα παιδιά που δεν έχουν ακούσει το «όχι» από τους γονείς τους δυσκολεύονται επίσης  να κάνουν πραγματικούς φίλους, γιατί περιμένουν από τους άλλους να ικανοποιούν τις ανάγκες τους και επιπλέον δεν είναι σε θέση να εκτιμήσουν οτιδήποτε έχουν, γιατί το θεωρούν δεδομένο.
  • Μια άλλη αρνητική συνέπεια απουσίας ορίων στην οικογένεια αποτελεί το γεγονός ότι αν στο σπίτι δεν υπάρχουν σαφή όρια και κανόνες, το παιδί δύσκολα δέχεται τη ύπαρξή τους στο σχολείο και στην κοινωνία.
  • Όταν οι γονείς δε βάζουν όρια στο παιδί τους, το εμποδίζουν να γίνει ανεξάρτητο και υπεύθυνο και παράλληλα καλλιεργούν την αίσθηση της παντοδυναμίας, η οποία το οδηγεί μακροπρόθεσμα σε πολλές απογοητεύσεις στον κόσμο έξω από την οικογένεια όπου δε θα μπορεί να τις χειριστεί, καθώς πάντα τις χειρίζονταν άλλοι αντί γι’ αυτό.

Ποιες επιπτώσεις έχει η έλλειψη ορίων στους γονείς;

  • Όταν οι γονείς δε βάζουν όρια στα παιδιά τους και τα αφήνουν να κάνουν ό,τι θέλουν και όποτε θέλουν ή βάζουν όρια τα οποία δεν είναι σταθερά, αυξάνεται σταδιακά η έντασή τους και η συναισθηματική τους φόρτιση και συνεπώς κινδυνεύουν να πέφτουν σε παρορμητικές, υπερβολικές και δυσανάλογες τιμωρίες.
  • Επίσης αυξάνεται σταδιακά όλο και περισσότερο η ανεκτικότητά τους και δέχονται όλο και πιο πολύ τις παραβάσεις ορίων ή τις ακατάλληλες απαιτήσεις του παιδιού τους.
  • Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι να κινδυνεύουν να χρησιμοποιούν συναισθηματικού τύπου απειλές («η μαμά θα πεθάνει») για να αντιμετωπίσουν καταστάσεις οι οποίες έχουν φύγει από τον έλεγχό τους.

 

Πώς πρέπει να βάλουμε τα όρια;

Οι γονείς πρέπει:

  • Για να μπορεί ο γονέας να είναι σταθερός, θα πρέπει να είναι ο ίδιος σίγουρος ότι αυτό που κάνει είναι το σωστό. Διαφορετικά, δεν έχει αρκετή πειθώ και το μήνυμα που λαμβάνει το παιδί είναι συγκεχυμένο.
  • Οι γονείς πρέπει να λειτουργούν ως ομάδαγια να αποφύγουν το «παιχνίδι του καλού και του κακού» έχοντας κοινή τακτική στη συμπεριφορά τους και να μην επιτρέπουν στο παιδί να χειρίζεται τον έναν για να πετύχει αυτό που θέλει και να κάνει τον άλλον να μοιάζει «κακός». Με σταθερότητα στην κοινή απόφαση και την κοινή αντιμετώπιση δείχνουν και στα παιδιά ότι ενδιαφέρονται και οι δύο το ίδιο  και ότι έχουν την ίδια γνώμη, πείθουν ευκολότερα τα παιδιά να προβληματιστούν με το περιεχόμενο της κατάστασης που έχει προκύψει και όχι με το ποιον θα πάρουν με το μέρος τους. Με αυτήν την τακτική, οι γονείς αποτελούν ταυτόχρονα πρότυπο για τα παιδιά τους, για σχέσεις συνεργασίας και αμοιβαιότητας και δεν περνούν μηνύματα αντιπαλότητας, μυστικών και συμμαχιών μέσα στην οικογένεια.

Τα «καλά» όρια χαρακτηρίζονται από:

  • Σταθερότητα
    • Τα όρια πρέπει να είναι σταθερά και να τηρούνται πάντα αλλιώς, τα παιδιά δε συνδέουν τις πράξεις τους με τις συνέπειες και τις ευθύνες που απορρέουν από αυτές, αλλά με τη διάθεση και τη δυσθυμία των γονέων.  Θέτοντας  σταθερά όρια στο παιδί, οι γονείς καλλιεργούν μακροπρόθεσμα ένα κλίμα ασφάλειας και σιγουριάς στη σχέση του με τους γονείς,  γιατί το παιδί μαθαίνει ότι μπορεί να βασίζεται σε αυτούς και να τους έχει ωςσταθερό σημείο αναφοράς.  Μακροπρόθεσμα το κέρδος για το ίδιο το παιδί είναι ότι υιοθετεί  την υπευθυνότητα, η οποία το καθιστά ικανό να θέτει τα δικά του όρια, να λαμβάνει αποφάσεις αυτόβουλα  και γενικότερα να καθορίζει το ίδιο τον εαυτό του.
    • Αν τα όρια δεν είναι σταθερά και το παιδί μαθαίνει ότι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο μπορεί να τα παρακάμψει,  οι γονείς κάνουν  μελλοντικά την κάθε «προσπάθεια» θέσπισης  ορίων πιο επώδυνη για τους ίδιους αλλά και για το παιδί τους. Αφού το παιδί έχει την εμπειρία ότι είναι μέσα στις δυνατότητές του να ξεπεράσει το όριο που έχουν βάλει οι γονείς του, αρκεί να ασκεί μεγάλη πίεση, θα προσπαθήσει με ακόμα μεγαλύτερη δύναμη και επιμονή να το πετύχει και την επόμενη φορά. Για αυτό, οι γονείς δεν πρέπει να «προσπαθήσουν» να βάλουν όρια, αλλά να είναι πεπεισμένοι και αποφασισμένοι να το κάνουν. Αυτή την εσωτερική στάση θα την περάσουν και στο παιδί τους, το οποίο με τη σειρά του αποδέχεται την κατάσταση πιο εύκολα.
    • Ακόμα με τη σταθερή θέσπιση κανόνων, οι γονείς δεν πρέπει να περιμένουν άμεσα την απόλυτη τήρησή τους από το παιδί. Το παιδί θα δοκιμάσει για αρκετό καιρό αν όντως ισχύει το όριο αυτό όπως θα δοκίμαζε αν είναι γερά και αντέχουν  τα μεταφορικά «κάγκελα» που είναι οι γονείς  στη «σκάλα ανάπτυξης» του παιδιού. Επίσης οι γονείς πρέπει να λάβουν υπ’ όψιν τους  ότι ένα παιδί  δεν έχει την ίδια συναισθηματική ωριμότητα και την ίδια αναπτυγμένη λογική σκέψη όπως ένας ενήλικας αλλά ούτε και πολλές εμπειρίες ζωής. Το παιδί θα δοκιμάσει πολλές φορές να κάνει αυτό  που το ικανοποιεί και θα προσπαθήσει  άπειρες φορές να ξεπεράσει τα όρια που του έχουν βάλει οι γονείς του, γιατί λειτουργεί περισσότερο παρορμητικά και συναισθηματικά.

Ακόμα, στις πρώτες εφαρμογές των ορίων τα παιδιά πιθανότατα θα αντιδράσουν πιο έντονα από πριν – θα φωνάξουν , θα κλάψουν και θα επιστρατεύσουν κάθε άσχημο χειρισμό που έχουν στη διάθεσή τους εναντίον των γονέων και θα ξεστομίσουν λόγια τα οποία ξέρουν ότι πληγώνουν («Δε σε αγαπώ καθόλου», «Θα πάω  να βρω άλλη μαμά»). Βέβαια, δεν εννοούν τίποτα από αυτά που λένε, ούτε είναι σε ένα τέτοιο ξέσπασμα σε θέση να ακούσουν τους γονείς τους ή να συζητήσουν το θέμα. Για αυτόν τον  λόγο θα ήταν καλό οι γονείς να αδιαφορήσουν για τη συμπεριφορά τους και να το συζητήσουν μόλις έχει ηρεμήσει η κατάσταση. Στην αντίθετη περίπτωση το μόνο που θα πετύχουν οι γονείς είναι να παρατείνουν την ένταση, γιατί η άμεση είσπραξη της προσοχής των γονέων του, λειτουργεί ως ισχυρή ενίσχυση της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς του παιδιού.

  • Διαύγεια
    • Τα όρια πρέπει να είναι ξεκάθαρα, συγκεκριμένα και να εκφράζονται με ευκρίνεια. Το παιδί πρέπει να ξέρει ακριβώςποια συμπεριφορά είναι αποδεκτή και ποια δεν είναι καθώς και πότε, πώς και κάτω από ποιες συνθήκες, περιμένουμε μια συγκεκριμένη συμπεριφορά. Οι γονείς πρέπει να εξηγήσουν το συγκεκριμένο όριο που θέτουν στο παιδί όταν έχουν καλή επαφή μαζί του και όχι τη στιγμή που αντιμετωπίζουν το συγκεκριμένο θέμα. Πρέπει να είναι ήρεμοι ,να  φροντίζουν να έχουν την προσοχή του παιδιού  και να μην υπάρχει ένταση ή ερεθίσματα που μπορούν να αποσπάσουν την προσοχή του.

Παράδειγμα:

«Θα σου διαβάσω το παραμύθι αν έχεις  βάλει τις πιτζάμες σου και έχεις πλύνει τα δόντια σου μέχρι τις οχτώ η ώρα. Μετά από αυτό δυστυχώς δεν μπορώ να σου διαβάσω το παραμύθι, γιατί θα έχει έρθει η ώρα να κοιμηθείς.»

  • Στη θέσπιση ορίων, οι γονείς πρέπει να συμπίπτουν τα μη λεκτικά με τα λεκτικά μηνύματα, γιατί αλλιώς το παιδί παίρνει ένα «διπλό μήνυμα» που το συγχέει και που κάνει τη συνεργασία σας πιο δύσκολη. Διπλά μηνύματα λαμβάνει το παιδί όταν ο γονέας π.χ. εκφράσει κάποιο όριο με διστακτική φωνή, με ερωτηματικό ή μη σιγουριά, αν η στάση του σώματός του  εκπέμπει ανασφάλεια ή αν δεν κοιτάζει το παιδί, αλλά κάποιο άλλο άτομο για «συμπαράσταση».
  • Όταν οι γονείς βάζουν όρια, πρέπει να τηρούν την αρχή του «εδώ και τώρα» χωρίς αναφορές στο παρελθόν και χωρίς προφητείες για το μέλλον, όπως π.χ. «Και στα προηγούμενα γενέθλια χτυπούσες τα παιδιά» ή  «Ποτέ δε θα το μάθεις αυτό».
  • Όλοι βγαίνουν κερδισμένοι («win-win»)
    • Τα όρια λαμβάνουν υπ΄ όψιν τους και σέβονται τις ανάγκες όλων των ατόμων που τα αφορούν. Οι γονείς πρέπει να έχουν ως αρχή  να βρίσκουν λύσεις, ώστε και οι ίδιοι αλλά και το παιδί να παίρνουν αυτό που θέλουν όπου αυτό είναι δυνατόν ή να βρίσκουν εναλλακτικές λύσεις.

Παράδειγμα:

Ο γονέας θα μπορούσε να επιτρέψει στο παιδί να χρησιμοποιήσει το στερεοφωνικό αφού του δείξει ότι ξέρει να το χειρίζεται σωστά και να συμφωνήσουν κάτω  από ποιες συνθήκες (π.χ. σε παρουσία του γονέα) μπορεί να το χρησιμοποιήσει. Η θέσπιση ορίου πρέπει να συμπεριλαμβάνει επίσης τη γνωστοποίηση των συνεπών μη- τήρησής του ορίου, οι οποίες είναι συνήθως απλά η απουσία θετικών συνεπειών, όπως π.χ. η στέρηση του στερεοφωνικού.

  • Πρόληψη

Τα όρια πρέπει να τίθενται ώστε να προλαμβάνουν προβλήματα και καταστάσεις πριν εμφανιστούν ή πριν χειροτερέψει κάποια κατάσταση.

Παράδειγμα:

«Τώρα που θα πάμε στο πάρτι του Γιωργάκη, περιμένω να …… Αν θα ….. δυστυχώς θα πρέπει να φύγουμε από το πάρτι.»

  • Είναι θετικά

Αποτελεσματικά όρια εκφράζονται με θετικό τρόπο και επικεντρώνονται σε θετικά αποτελέσματα. Εκφράζονται ως υποσχέσεις, προειδοποιήσεις  και πληροφορίες και όχι ως απειλές.

Παράδειγμα:

«Αν μαζέψεις τα πράγματα στο δωμάτιό σου ως τις 7 η ώρα, θα έχουμε  χρόνο να πάμε μια βόλτα στην πλατεία».

  • Συνέπεια

Επιτρέπουμε μια θετική συνέπεια να συμβεί μόνο όταν το παιδί κάνει αυτό  που έχουμε συμφωνήσει / ορίσει.

  • Όριαανάλογα με την ηλικία του παιδιού,  το στάδιο ανάπτυξής του και ανάλογα με τον χαρακτήρα του.
    • Τα πολύ μικρά παιδιά (ως 2 ετών περίπου) δρουν κυρίως αυθόρμητα και συναισθηματικά. Δεν έχουν τη γνωστική ωρίμανση να αντιλαμβάνονται τις  συνέπειες  των πράξεών τους, δεν μπορούν να δουν μια κατάσταση από την οπτική γωνία του άλλου και δεν μπορούν να αναθεωρήσουν τις πράξεις τους και να τις τροποποιήσουν όταν έλκονται από κάτι. Σε αυτήν την ηλικία, σε μια «ήπια» ανεπιθύμητη συμπεριφορά του παιδιού (π.χ. ελαφρύ σπρώξιμο άλλου παιδιού), η πιο αποτελεσματική αντίδραση είναι η άμεση καθοδήγηση στην επιθυμητή λύση. Ήδη το άλλο παιδί έχει εκφράσει δυσφορία – κάτι που ένα παιδί καταλαβαίνει άμεσα. Αυτό που δεν του είναι κατανοητό είναι το γιατί αυτό το παιδί αντέδρασε κλαίγοντας- μιας και ο σκοπός ήταν η διασκέδαση. Ο γονέας καλό θα ήταν σε αυτήν την περίπτωση, να δείξει στο παιδί πώς θα ήταν μια εναλλακτική, θετική συμπεριφορά, π.χ. να χαϊδέψει το άλλο παιδί αντί να το σπρώξει.

Σε επικίνδυνες συμπεριφορές (σκαρφάλωμα σε έπιπλα, εσκεμμένο δυνατό δάγκωμα) ο γονέας πρέπει να πάρει ένα σοβαρό ύφος, να εμποδίσει την επικίνδυνη συμπεριφορά ή να τη διακόψει με αποφασιστικότητα, λέγοντας ένα σοβαρό «όχι» και στη συνέχεια να καθοδηγήσει το παιδί  σε μια επιθυμητή συμπεριφορά που κατά προτίμηση είναι μια παραλλαγή της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς.

  • Σε παιδιά από 2 ετών η θέσπιση ορίων πρέπει να συνοδεύεταιπάντα από μια εξήγηση για τους λόγους για τους οποίους τίθενται.Από 2 1/2 ετώνένα παιδί έχει μεγαλύτερη αίσθηση των συνεπειών των πράξεών του και μαθαίνει να ελέγχει τη συμπεριφορά του, να δέχεται κανόνες, να εκφράζει με υγιή τρόπο τα συναισθήματά του, να είναι σε θέση να αποφύγει κινδύνους και γενικότερα να γίνεται πιο υπεύθυνο.
  • Όσο μεγαλώνει το παιδί, τα όρια πρέπει να προσαρμόζονται συνεχώς στο αναπτυξιακό του επίπεδο και να σχετίζονται με τις δυνατότητες που έχει αποκτήσει. Οι γονείς πρέπει να φροντίσουν να δημιουργούν όλο και μεγαλύτερα πλαίσια με τα όριά τους στα οποία να κάνει το παιδί επιλογές  ανάλογα με την ηλικία του, έτσι ώστε να είναι σε θέση στην εφηβεία να πάρει σωστές αποφάσεις και να κάνει επιλογές εποικοδομητικές για τη ζωή του.
  • Τα όρια πρέπει να είναιλογικά και όχι υπερβολικά και δεν πρέπει να εμποδίζουν το παιδί στην ανάπτυξη του («όρια στα όρια»). Επίσης οι γονείςπρέπει να αναρωτηθούν αν το συγκεκριμένο ζήτημα είναι ίσως μια ιδιοτροπία τους που πρέπει να αναθεωρήσουν.
  • Όρια ανάλογα με τη «σοβαρότητα» της κατάστασης

Οι γονείς καλούνται να οριοθετήσουν συμπεριφορές του παιδιού που διαφέρουν στην ένταση, στη σοβαρότητα και στον αντίκτυπο που έχουν στο περιβάλλον και στην εξέλιξή του.  Κάποιες συμπεριφορές του παιδιού μπορεί να καταλήγουν σε επικίνδυνες καταστάσεις για το ίδιο το παιδί ή για άλλα άτομα. Άλλες αντιδράσεις μπορεί να φέρουν αναστάτωση μέσα στην οικογένεια και με άλλες  μπορεί να διεκδικεί υπερβολικά δικαιώματα για την ηλικία του ή ένα δυσανάλογο ρόλο  μέσα στο «σύστημα οικογένεια». Πρέπει λοιπόν οι γονείς να ιεραρχούν τα ζητήματα ανάλογα με τη σοβαρότητά τους και τη λειτουργία της οικογένειας και να θέτουν τα όρια ανάλογα.

Αποτελεσματική μέθοδος στη θέσπιση ορίων : «Οι λογικές συνέπειες»

Σε ένα θετικό  συναισθηματικό κλίμα δίνουμε, ανάλογα με την ηλικία και τη συναισθηματική κατάσταση, στο παιδί επιλογές για να αποφασίσει, προειδοποιώντας το για τις λογικές συνέπειες που θα ακολουθήσουν και το αφήνουμε να υποστεί τις συνέπειες της επιλογής του για τη συγκεκριμένη μέρα.

Παράδειγμα: Σχολικές εργασίες

Το παιδί έχει την

«Επιλογή Α» = Κάνει τις σχολικές εργασίες του σε μια συγκεκριμένη ώρα.

Συνέπειες της επιλογής Α :

  • Αναγνώριση και επιβράβευση από τους γονείς και από τους δασκάλους
  • Αυτοεκτίμηση και αναγνώριση από τους συμμαθητές
  • Ελεύθερο χρόνο για παιχνίδι

Και την

«Επιλογή Β» = ΔΕΝ κάνει τις σχολικές του εργασίες στη συγκεκριμένη ώρα

Συνέπειες της επιλογής Β :

  • Απουσία επιβράβευσης από τους γονείς και από τους δασκάλους
  • Μειωμένη αυτοεκτίμηση και αναγνώριση από τους  συμμαθητές          
  • Ενδεχομένως αποδοκιμασία από τους δασκάλους
  • Επιπλέον εργασίες για την επόμενη μέρα

                    

Το παιδί επιλέγει την επιλογή Α ή Β γνωρίζοντας τις συνέπειες της κάθε επιλογής. Σε αντίθεση με την τιμωρία το παιδί είναι υπεύθυνο για τις θετικές ή αρνητικές συνέπειες που ακολουθούν και δεν είναι οι γονείς που του τις επιβάλλουν γιατί έχουν την «εξουσία».

Αποτέλεσμα είναιτο παιδί να γίνεται υπεύθυνο αφού μαθαίνει να επιλέγει και να δέχεται τη σχέση πράξης και συνέπειας.

Προϋποθέσεις για την ορθή εφαρμογή αυτής της μεθόδου αποτελεί η θετική πρόθεση και όχι η εκδικητικότητα καθώς και η συνέπεια και η σταθερότητα στην εφαρμογή της.  Οι συνέπειες πρέπει επίσης να σχετίζονται λογικά με τις πράξεις του παιδιού και να μην είναι άσχετες με αυτές.

Παρόλο το υψηλό ποσοστό αποτελεσματικότητας αυτής της μεθόδου πολλοί γονείς δυσκολεύονται στην εφαρμογή της. Διακατέχονται  από μια διάχυτη ανάγκη να «προστατεύουν» τα παιδιά τους από δυσάρεστες για αυτά συνέπειες των πράξεών τους. Έτσι π.χ. τα «κυνηγούν» για να  κάνουν τις σχολικές τους εργασίες και τις κάνουν δικές τους υποχρεώσεις, στην προσπάθειά τους να φανεί το παιδί τους καλός μαθητής και να μην υποστεί τις αρνητικές συνέπειες (π.χ. την παρατήρηση της δασκάλας) της επιλογής του. Μακροπρόθεσμα γίνονται «μάνατζερ» των παιδιών τους και τους στερούν το βίωμα της σχέσης «πράξη – αποτέλεσμα»,  με συνέπεια να εμποδίζουν την ανάπτυξη της υπευθυνότητάς τους και γενικότερα της αυτονόμησής τους.

Γιατί είναι τόσο δύσκολο να θέτουμε όρια;

Οι περισσότεροι γονείς παραδέχονται ότι είναι πολύ σημαντικό να θέτουν όρια, εντούτοις  δυσκολεύονται να το  κάνουν πράξη και μάλιστα με τρόπο σταθερό και αποτελεσματικό.

Οι λόγοι για τους οποίους οι γονείς δυσκολεύονται να βάλουν όρια είναι πολλοί και σύνθετοι και σχετίζονται  με τον τρόπο που μεγάλωσαν οι ίδιοι, με τον σύγχρονο τρόπο ζωής και με την ιδιοσυγκρασία τους. Παρακάτω ακολουθούν κάποιοι λόγοι για τους οποίους δυσκολεύονται οι περισσότεροι γονείς να θέσουν αποτελεσματικά όρια στα παιδιά τους:

  • Όταν εργάζονται και οι δύο γονείς, αισθάνονται τύψεις και ενοχές λόγω της απουσίας τους από το σπίτι και το παιδί τους. Για αυτόν τον λόγο δυσκολεύονται να εφαρμόζουν όρια και  κανόνες τις λιγοστές ώρες που βρίσκονται μαζί με το παιδί.
  • Πολλοί γονείς έχουν συνδέσει λέξεις όπως «όρια» και  «σταθερότητα» με κάτι «κακό». Θεωρούν ότι με το που θα αρνηθούν κάτι στο παιδί τους αυτό θα τους κρίνει άσχημα. Έχουν το άγχος  να φαίνονται καλοί γονείς στο παιδί τους και , όσο κι αν είναι αντίθετο στο ρόλο τους, ζητούν την επιβράβευσή του, πολλές φορές χωρίς οι ίδιοι να το συνειδητοποιούν. Έτσι λειτουργούν με βάση το τι θα κάνει τους ίδιους να αισθανθούν καλά.
  • Νιώθουν ότι με τα όρια δε δίνουν χαρά στα παιδιά τους και νιώθουν ενοχές για αυτό.
  • Άλλοι γονείς κάνουν όλα τα χατίρια στα παιδιά τους και δεν τους βάζουν όρια, γιατί νιώθουν ότι οι δικοί τους γονείς δεν εκπλήρωναν τις επιθυμίες τους και δε θέλουν να κάνουν το ίδιο στα παιδιά τους.
  • Συμβαίνει επίσης για πολλούς γονείς  μόνη επιβεβαίωση στη ζωή τους να είναι τα παιδιά τους. Όταν τα βλέπουν έστω και στιγμιαία χαρούμενα αισθάνονται σημαντικοί και  νιώθουν ότι «κερδίζουν» τα παιδιά τους. Έτσι, η υποχώρησή τους γίνεται γιατί περιμένουν το αντάλλαγμα, που στο μυαλό τους ισοδυναμεί με ευγνωμοσύνη, αλλά και αίσθημα υποχρέωσης από τη μεριά των παιδιών. Δυστυχώς όμως, οι συνέπειες της παραπάνω στάσης των γονέων είναι εντελώς αντίθετες από τις αναμενόμενες.  Τα παιδιά , ακριβώς επειδή έχουν μάθει ότι μετά από κάθε πίεση και ψυχολογικό εκβιασμό που θα ασκήσουν στους γονείς θα πετύχουν αυτό που θέλουν , θεωρούν τα πάντα δεδομένα. Έτσι, όχι μόνο δε δείχνουν ευγνωμοσύνη στους γονείς, αλλά αδυνατούν και να εκτιμήσουν αυτά που τους προσφέρουν.
  • Πολλές φορές οι γονείς δεν «αντέχουν» να είναι σταθεροί και το να ενδώσουν εκείνη τη στιγμή είναι η πιο «εύκολη» λύση, την οποία όμως μακροπρόθεσμα «πληρώνουν» πολύ ακριβά.

Η θέσπιση ορίων λοιπόν από τους γονείς, όσον αφορά στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους είναι πολύ σημαντική. Χρειάζεται όμως ιδιαίτερη προσοχή, διότι αν δε γίνει με τον σωστό τρόπο, στη σωστή στιγμή ή αν δοθούν λανθασμένα όρια ή ακόμη αν αυτά δεν τηρηθούν, τότε όχι μόνο δε θα επέλθει το επιθυμητό αποτέλεσμα, αλλά θα υπάρξουν και αρνητικές επιπτώσεις, τόσο στα ίδια τα παιδιά όσο και στην οικογένεια γενικότερα.

λογοθεραπευτης γλυφαδα

ΧΩΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΖΥΓΙΟ

Σύμφωνα με τα διεθνή στατιστικά στοιχεία, τα διαζύγια αυξάνονται κάθε χρόνο και το ποσοστό διαλυμένων γάμων έχει φτάσει ανάλογα με τη χώρα περίπου στο 50-70 %. Στην Ελλάδα τα διαζύγια αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο και έτσι τα τελευταία 10 χρόνια έχουν τριπλασιαστεί. Συνεπώς ο  χωρισμός των γονέων είναι μια πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν όλο και περισσότερα παιδιά και στη χώρα μας.

Ένα μεγάλο ποσοστό διαζυγίων παρατηρείται στην πρώτη δεκαετία του γάμου με αποτέλεσμα να εμπλέκονται πολλές φορές παιδιά μικρής ηλικίας σε αυτήν την οδυνηρή διαδικασία και αν οι γονείς δε χειριστούν το χωρισμό τους κατάλληλα, μπορεί να υπάρξουν δυσμενείς συνέπειες στην ψυχική υγεία και ευεξία των παιδιών τους.

 Επίδραση του διαζυγίου στα παιδιά

Όταν χωρίζουν οι γονείς, το κάθε παιδί κατακλύζεται κατά τη διάρκεια των διαφορετικών σταδίων του χωρισμού από ένα πλήθος συναισθημάτων όπως θυμό, μοναξιά, αμηχανία, ντροπή, απογοήτευση, φόβο και μια  αίσθηση προδοσίας. Αυτά τα συναισθήματα, έχουν σαν αποτέλεσμα διάφορες αντιδράσεις του παιδιού, που ποικίλουν ανάλογα με:

  • την ηλικία του
  • τη συγκρότηση και την ψυχοσυναισθηματική ωριμότητά του
  • την ποιότητα των σχέσεων που είχε το παιδί με τους γονείς του πριν το διαζύγιο
  • την ένταση και τη διάρκεια των γονικών συγκρούσεων
  • το κοινωνικό δίκτυο υποστήριξης
  • τη δυνατότητα συμβουλευτικής γονέων και της υποστήριξης από κάποιον ειδικό
  • τον τρόπο διαχείρισης του χωρισμού από τους γονείς και την ικανότητά τους να ανταποκριθούν στις ανάγκες των παιδιών κατά τη διάρκεια του διαζυγίου.

Στις διάφορες φάσεις του χωρισμού το παιδί μπορεί να παρουσιάσει αντιδράσεις όπως:

  • Άρνηση

Ιδιαίτερα τα μικρότερα παιδιά καταφεύγουν στην άρνηση της πραγματικότητας ως αμυντικό μηχανισμό. Προτιμούν να πιστεύουν ότι ο γονέας που έφυγε απλά μένει σε ένα άλλο σπίτι και κάποια στιγμή θα γυρίσει.

  • Θυμός και επιθετικότητα

Πολλές φορές παρατηρούνται εκρήξεις θυμού και αυξημένη επιθετικότητα του παιδιού προς τους γονείς του και τα αδέλφια του καθώς και τους φίλους του, ως αντίδραση στον χωρισμό των γονέων.

  • Εσωστρέφεια και μελαγχολία

Μπορεί όμως, άλλα παιδιά να αντιδρούν με το να κλείνονται στον εαυτό τους, να απομονώνονται και να μελαγχολούν. Πολλά παιδιά βιώνουν  μια περίοδο θλίψης, μέσα στην οποία μαθαίνουν να αποδέχονται την απώλεια της αρχικής οικογενειακής τους  δομής.

  • Ενοχές

Δεν είναι σπάνιες, ωστόσο υπάρχουν περιπτώσεις όπου τα παιδιά νιώθουν ενοχές για τον χωρισμό των γονέων και κατηγορούν τον εαυτό τους («Ο μπαμπάς φεύγει επειδή δεν ήμουν καλό παιδί.») Ένα μεγαλύτερο παιδί μπορεί να καταλάβει ότι δεν είναι  η αιτία του χωρισμού, μπορεί ωστόσο να κατηγορεί τον εαυτό του που δεν μπόρεσε να βελτιώσει την κατάσταση.

  • Πτώση στις σχολικές επιδόσεις

Η ανισορροπία της οικογενειακής κατάστασης στα διάφορα στάδια του χωρισμού και η συναισθηματική αναστάτωση του παιδιού έχει πολύ συχνά αρνητικές επιπτώσεις στις σχολικές του επιδόσεις.

  • Απομάκρυνση

Ιδιαίτερα σε παιδιά στην εφηβεία βλέπουμε πολλές φορές και αντιδράσεις που δίνουν την εντύπωση ότι τα παιδιά απομακρύνονται από την οικογενειακή ζωή και προσκολλώνται περισσότερο στους φίλους τους.

  • Παλινδρόμηση σε μικρότερες ηλικίες

Πολλές φορές τα παιδιά αντιδρούν σε έναν χωρισμό με το να συμπεριφέρονται σαν παιδιά μικρότερης ηλικίας ή να εμφανίζουν συμπεριφορές ενός αναπτυξιακού σταδίου που είχαν ξεπεράσει, όπως νυχτερινή ενούρηση και «μπεμπέκισμα» στην ομιλία ή να απαιτούν την πιπίλα τους, την οποία είχαν πετάξει προ πολλού.

  • Προσπάθειες συμφιλίωσης

Ανεξαρτήτως του πόσο φιλικό είναι το διαζύγιο, τις περισσότερες φορές τα παιδιά δε θέλουν να χωρίσουν οι γονείς τους γιατί, βλέπουν ως απώλεια το γεγονός ότι η οικογένειά τους διαλύεται. Μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις, για παράδειγμα όταν ένας γονέας ασκεί σωματική ή ψυχολογική βία προς τον άλλο ή προς τα παιδιά, ενδέχεται να το δεχτούν με ανακούφιση.

Τα παιδιά συνήθως έχουν ελπίδες  ότι οι γονείς τους θα ξανασμίξουν και τα ίδια κάνουν προσπάθειες συμφιλίωσής τους όπως π.χ. να προσπαθούν να κάνουν τους γονείς τους να μιλάνε μεταξύ τους, με το να συμπεριφέρονται ακατάλληλα και έτσι να «παίρνουν» το πρόβλημα από τους γονείς και να γίνονται εκείνα το πρόβλημα με σκοπό να συμμαχούν οι γονείς για την επίλυσή του.

Πότε πρέπει να ζητήσουμε τη συμβουλή ενός ειδικού;

Όταν οι γονείς έχουν πάρει την απόφαση να χωρίσουν, καλό θα ήταν να επισκεφτούν μαζί έναν ειδικό να συμβουλευτούν για τη σωστή διαχείριση του χωρισμού έτσι ώστε να έχει όσο γίνεται λιγότερες αρνητικές επιπτώσεις στο παιδί τους. Πρέπει να είναι πολύ κοντά στο παιδί τους σε όλες τις φάσεις του χωρισμού και να παρατηρούν τις αντιδράσεις του έτσι ώστε να προλάβουν τυχόν δυσκολίες στην προσαρμογή του παιδιού στη νέα του πραγματικότητα.

Ο παρακάτω κατάλογος αναφέρει επιγραμματικά συμπτώματα / αντιδράσεις του παιδιού που μπορεί να αποτελούν ένδειξη για ανάγκη αυξημένης υποστήριξης ή παρέμβασης από έναν παιδοψυχολόγο:

  • επιδείνωση και κλιμάκωση των φυσιολογικών αντιδράσεων (βλ. Αντιδράσεις παιδιών)
  • αισθήματα και εκδηλώσεις απόγνωσης και απελπισίας
  • έντονη και διαρκή απομόνωση
  • σημαντική απώλεια ή αύξηση βάρους
  • συχνοί εφιάλτες
  • έντονη απασχόληση με την πιθανότητα να αρρωστήσουν τα ίδια ή / και κάποιος άλλος
  • προβλήματα συμπεριφοράς
  • προβλήματα στο σχολείο με τους συμμαθητές, τα μαθήματα, ή τους εκπαιδευτικούς
  • ψέματα
  • καταστροφικότητα
  • σημαντική αλλαγή συμπεριφοράς και στον χαρακτήρα τους
  • επίμονη εκρηκτική και επιθετική συμπεριφορά
  • τάσεις φυγής
  • κλοπές
  • ψυχοσωματικές ενοχλήσεις
  • έντονοι και μη ρεαλιστικοί φόβοι.

Συμβουλές για ένα διαζύγιο όσο γίνεται πιο ανώδυνο για τα παιδιά

  • Καλό θα είναι οι δυο γονείς σε ένα πνεύμα συνεργασίας να εξηγήσουν με ήρεμο και απλό τρόπο ανάλογα με την  ηλικία, το χαρακτήρα και τη συναισθηματική κατάσταση του παιδιού, ότι πρόκειται να χωρίσουν και να συζητήσουν μαζί του για τις αλλαγές που θα γίνουν στη ζωή του. Πρέπει να περάσουν το μήνυμα ότι ο χωρισμός είναι η καλύτερη λύση σε ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι γονείς και ότι είναι το πρώτο βήμα καλυτέρευσης μιας δύσκολης κατάστασης. Θα πρέπει να του επιβεβαιώσουν ότι δεν έχει καμία ευθύνη για τον χωρισμό και ότι οι γονείς του θα το αγαπάνε όπως πριν και θα μείνουν ο μπαμπάς του και η μαμά του για όλη του τη ζωή.
  • Ο χωρισμός σημαίνει το τέλος της συντροφικής σχέσης του ζευγαριού, αλλά δεν παύουν να είναι οι γονείς  του παιδιού τους. Τα παιδιά έχουν ανάγκη και τους δύο γονείς και η ανατροφή των παιδιών καθώς και η διαπαιδαγώγησή τους είναι ευθύνη και των δύο. Προσπαθήστε να διατηρήσετε μια σχέση όπου θα επικοινωνείτε χωρίς μεγάλη δυσφορία και εντάσεις και θα συνεργάζεστε για το καλό του παιδιού σας. Πρέπει να ανταλλάσετε παρατηρήσεις αναφορικά με όσα συμβαίνουν στη ζωή του παιδιού και χρειάζεται να χειρίζεστε από κοινού τα διάφορα θέματα και τυχόν προβλήματα που έχουν να κάνουν με το παιδί έτσι ώστε να μην πάρουν μεγαλύτερες διαστάσεις.
  • Καλό θα ήταν να επιδιώξετε την από κοινού επιμέλεια του παιδιού, γιατί έρευνες έχουν δείξει ότι είναι προτιμότερο για την εξέλιξη του παιδιού, να ασχολούνται και οι δύο γονείς μαζί του και το παιδί να έχει επαφή και με τους δύο. Η από κοινού επιμέλεια βέβαια έχει ως προϋπόθεση την καλή επικοινωνία των γονέων όσον αφορά στο παιδί τους. Θα πρέπει να παραμερίζουν τις διαφορές τους και να συμβιβάζονται για χάρη του. Είναι καλύτερα για το παιδί να βλέπει και τους δύο γονείς του τακτικά, σε προκαθορισμένες μέρες και ώρες, παρά να έχει περιστασιακή ή και καμία επαφή με τον ένα γονέα, εκτός αν υπάρχουν σοβαροί λόγοι, αν π.χ. ο γονέας ασκεί ψυχολογική  ή σωματική βία στο παιδί ή αν το παιδί βιώνει ακατάλληλες καταστάσεις στο σπίτι του. Σε αυτές τις περιπτώσεις η συμβουλή από ειδικούς κρίνεται απαραίτητη.
  • Σεβαστείτε τη σχέση του παιδιού με τον άλλο γονέα χωρίς να του δημιουργήσετε ενοχές επειδή χαίρεται αυτή την επαφή.
  • Συζητήστε με το παιδί τις αλλαγές που πρόκειται να γίνουν στο καθημερινό του πρόγραμμα και τι περιμένετε από εκείνο. Δεν πρέπει όμως σε καμία περίπτωση να περάσετε το μήνυμα ότι πρέπει να αναλάβει το ρόλο ενός μεγάλου. Γι΄ αυτόν τον λόγο δεν πρέπει να κάνετε σχόλια όπως «Τώρα εσύ είσαι ο άντρας της οικογένειας.» ή «Τώρα πρέπει εσύ να προσέχεις τη μαμά σου.»
  • Οι γονείς πρέπει να το ενθαρρύνουν να μιλήσει για τα συναισθήματά του, για τις ανησυχίες του και για τους φόβους του, χωρίς όμως να κατακλύζουν το παιδί ή να το πιέζουν ή να προκαλούν τη συζήτησή γύρω από το χωρισμό για την αποφόρτιση των δικών τους συναισθημάτων.
  • Επειδή οι σχέσεις με τους παππούδες, τις γιαγιάδες και τους άλλους συγγενείς λειτουργούν εξισορροπητικά, πρέπει να φροντίσετε να τους βλέπει και μετά το χωρισμό. Δεν πρέπει να του δημιουργήσετε ενοχές επειδή επιθυμεί να βλέπει τα πρώην πεθερικά σας ή άλλους συγγενείς του/της πρώην συντρόφού σας.
  • Ένα διαζύγιο φέρνει τεράστιες αλλαγές στη ζωή ενός παιδιού. Διαλύεται ο κόσμος που γνώριζε μέχρι τότε και νιώθει ότι η ζωή του πλέον δεν είναι προβλέψιμη, γεγονός που του δημιουργεί μεγάλη ανασφάλεια. Επίσης βιώνει έντονα την αίσθηση της απώλειας και πενθεί για το άτομο που έχει φύγει από το σπίτι και πολλές φορές ζει με τον φόβο ότι  αφού έφυγε ο ένας γονέας, υπάρχει κίνδυνος να  χάσει και τον άλλο, προκαλώντας το αίσθημα της προοπτικής να μείνει μόνο στον κόσμο. Πολλές φορές χάνει ταυτόχρονα και την άμεση επαφή με κάποιους φίλους, συγγενείς, γείτονες και άλλους ανθρώπους που είχε δημιουργήσει συναισθηματικούς δεσμούς, ιδιαίτερα όταν παράλληλα με τον  χωρισμό μετακομίζει σε άλλο σπίτι ή και σε άλλη πόλη. Γι’ αυτούς τους λόγους είναι πάρα πολύ σημαντικό να εξασφαλίσουν οι γονείς όσο γίνεται πιο σύντομα μια καθημερινή σταθερότητα και «ρουτίνα» για το παιδί για να νιώσει ασφάλεια και σιγουριά. Αυτό σημαίνει συγκεκριμένα:
    • πέρα από τις απαραίτητες αλλαγές, να φροντίζουν οι γονείς να συνεχίσει το παιδί τη ζωή που είχε και πριν το χωρισμό με τις εξωσχολικές δραστηριότητες, τα χόμπι του, το σχολείο του και με τις παρέες του.
    • να έχει σταθερή επαφή και επικοινωνία με τον γονέα που έφυγε από το σπίτι και να φροντίσουν να υπάρχουν σταθερές ώρες και μέρες που το βλέπει για να καλλιεργήσουν την αίσθηση της σιγουριάς και ασφάλειας στο παιδί και όχι όποτε «μπορεί» ή «βολεύει» να βλέπει το παιδί.
    • οι δύο γονείς πρέπει να υιοθετούν μια κοινή στάση προς το παιδί. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να συμφωνούν για το γενικό σκεπτικό της διαπαιδαγώγησής του, με το να βάλουν τα ίδια όρια, να μην επιτρέπει ο ένας γονέας αυτό που απαγορεύει ο άλλος και να συμμετέχουν και οι δυο γονείς στις καθημερινές υποχρεώσεις του , π.χ. η μελέτη για το σχολείο, για να αποφευχθεί η ταύτιση του ενός γονέα με τις «υποχρεώσεις» και του άλλου με τη «διασκέδαση».
    • Oι γονείς πρέπει να ενημερώσουν άτομα που συναναστρέφονται με το παιδί (δασκάλους, νηπιαγωγούς, προπονητές κτλ.) για τον χωρισμό τους  για να χειρίζονται το θέμα αυτό με ευαισθησία και κατανόηση, αλλά και για να τους ενημερώνουν για τυχόν αντιδράσεις ή αλλαγές συμπεριφοράς του παιδιού τους, τις οποίες μπορεί να μην εκδηλώνει στο σπίτι.

Ίσως ακόμα πιο σημαντικό από τις συμβουλές για το τι θα ήταν καλό να κάνετε, είναι να προσέχετε ιδιαίτερα αντιδράσεις και συμπεριφορές προς αποφυγή:

  • ΜΗχρησιμοποιείτε το παιδί ως «ενδιάμεσο» που θα μεταφέρει μηνύματα  στον πρώην σύντροφό σας.
  • ΜΗχρησιμοποιείτε το παιδί σας ως «σύμμαχο» για την αντιμετώπιση προβλημάτων και καταστάσεων που αφορούν αποκλειστικά και μόνο τους γονείς.
  • ΜΗζητάτε από το παιδί να κρατάει μυστικά από τον πρώην σύντροφό σας.
  • ΜΗχρησιμοποιείτε το παιδί ως μέσο διαπραγμάτευσης.
  • ΜΗΝ υποτιμάτε τον άλλο γονέα μπροστά στο παιδί.
  • ΜΗΝαντιμετωπίζετε το παιδί ως «έμπιστο φίλο».
  • ΜΗ χρησιμοποιείτε το παιδί σαν «υποκατάστατο» του/της πρώην συντρόφου σας, για παράδειγμα, να μην κοιμάστε μαζί , να μην του αναθέτετε υποχρεώσεις που δεν ανταποκρίνονται στην ηλικία του ή στο ρόλο του.
  • ΜΗΝκαταφύγετε σε υλικά ανταλλάγματα επειδή νιώθετε ενοχές για τον χωρισμό σας
  • ΜΗΝπαραμελήσετε τον εαυτό σας, γιατί θα μεταδώσετε έτσι στο παιδί σας ένα μήνυμα απελπισίας και απόγνωσης το οποίο είναι πολύ πιθανό να το υιοθετήσει εμμέσως και το ίδιο.

«Μένω στο γάμο λόγο των παιδιών» – Μία σωστή απόφαση;

Ο φόβος της πιθανής αρνητικής επίδρασης στα παιδιά καθώς και η οικονομική ανασφάλεια είναι συνήθως οι πιο ανασταλτικοί παράγοντες για να χωρίσει ένα ζευγάρι που βρίσκεται σε μια δυσλειτουργική, αποτυχημένη ή ακόμη και καταστροφική σχέση. Πολλές φορές, όταν ένα ζευγάρι μένει μαζί μόνο λόγω της ύπαρξης ενός παιδιού, οι δυο σύζυγοι αποποιούνται τις ευθύνες που οι ίδιοι έχουν για την αντιμετώπιση της άσχημης κατάστασης που βιώνουν. Αποτέλεσμα είναι να λειτουργεί το παιδί ως άλλοθι για τη διαιώνιση μιας δυσλειτουργικής, ανισόρροπης και πολλές φορές παθολογικής κατάστασης, στην οποία ουσιαστικά υποφέρουν όλα τα μέλη της οικογένειας, ενώ στην πραγματικότητα οι λόγοι που το ζευγάρι δεν  αποφασίζει να χωρίσει είναι άλλοι, όπως π.χ. ανασφάλεια καθώς και κοινωνικοί και οικονομικοί λόγοι.

Τις περισσότερες φορές άλλωστε, δεν είναι αυτό καθαυτό το γεγονός του διαζυγίου που πληγώνει τα παιδιά, αλλά η εχθρότητα, οι συγκρούσεις, η έλλειψη λειτουργικής επικοινωνίας και οι διαμάχες που προηγούνται του χωρισμού, καθώς και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες πραγματοποιείται το διαζύγιο. Εκεί συνήθως οφείλονται οι αρνητικές επιπτώσεις στον ψυχικό κόσμο των παιδιών.

Οι γονείς που μένουν μαζί μόνο «λόγω των παιδιών» πρέπει να λάβουν σοβαρά υπ’ όψιν τα παρακάτω:

  • το ψυχολογικό και ψυχοσωματικό κόστος της παραμονής σε μια  αποτυχημένη σχέση για τους δυο συζύγους με τις ανάλογες συνέπειες στην ψυχική υγεία και ευεξία των παιδιών
  • τον αντίκτυπο που έχει στο παιδί η αίσθηση ότι εκείνο είναι ο μοναδικός λόγος που είναι οι γονείς του μαζί και υποφέρουν καθημερινά, πράγμα που το κάνει να νιώθει ενοχές και θλίψη
  • το πρότυπο που δίνουν οι γονείς στο παιδί σχετικά με τις μελλοντικές του επιλογές στις σχέσεις του – (έρευνες έχουν δείξει ότι τα παιδιά που βλέπουν τους γονείς τους να συμπεριφέρονται επιθετικά, εριστικά με περιφρόνηση ή ψυχρότητα είναι πολύ πιθανό να υιοθετήσουν μια παρόμοια συμπεριφορά στις μελλοντικές τους σχέσεις)
  • τη σύγχυση που δημιουργείται στο παιδί με τα «διπλά μηνύματα» που λαμβάνει με το να βιώνει καθημερινά να μένουν μαζί δύο άνθρωποι που θα ήθελαν ουσιαστικά να είναι χωριστά, να εισπράττει την ψυχρότητα και την έλλειψη συνοχής και ενσυναίσθησης.

Συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι από το να αντιμετωπίσουμε τις όποιες δυσάρεστες συνέπειες ενός διαζυγίου είναι καλύτερη η πρόληψή του. Ένα άτομο που παντρεύεται για την οικονομική του εξασφάλιση, για κοινωνικούς λόγους ή για να ξεφύγει από μια δυσάρεστη κατάσταση στο πατρικό του σπίτι, σίγουρα έχει μεγάλες πιθανότητες να αντιμετωπίσει δυσκολίες στο γάμο του, οι οποίες μπορεί να καταλήξουν και στον χωρισμό.

Συμβαίνει όμως και σε ζευγάρια που παντρεύτηκαν από αμοιβαία αγάπη και η σχέση τους χαρακτηρίζεται από σεβασμό, αποδοχή και μοίρασμα, να αντιμετωπίσουν σε μια φάση της σχέσης τους δυσκολίες και προβλήματα για διάφορες αιτίες. Πολλές φορές μειώνεται τότε η δυνατότητα επικοινωνίας και το ζευγάρι απομακρύνεται όλο και περισσότερο. Σε τέτοιες περιπτώσεις έχει αποδειχτεί πολύ χρήσιμη η παρέμβαση ενός ειδικού ως «βοηθού επικοινωνίας»  ο οποίος βοηθάει το ζευγάρι να ξαναβρεί τη δική του ισορροπία στη σχέση του.  Αναπόσπαστη προϋπόθεση για μια συμβουλευτική / θεραπεία ζευγαριών αποτελεί η αμοιβαία θέληση του ζευγαριού για επένδυση στη σχέση τους. Γι’ αυτόν τον λόγο είναι πολύ σημαντικό να απευθύνεται το ζευγάρι στον ειδικό στο αρχικό στάδιο των δυσκολιών τους και όχι όταν έχουν εξαντληθεί όλα τα περιθώρια βελτίωσης. Έτσι αυξάνονται κατά πολύ οι πιθανότητες να αναστραφεί και να διορθωθεί η κατάσταση.

Η συμβουλευτική ζεύγους δεν έχει όμως ως μοναδικό στόχο να παραμείνει μαζί το ζευγάρι. Μια έκβαση μπορεί να είναι επίσης η ώριμη απόφαση του ζευγαριού να χωρίσει έχοντας αποδεχτεί το τέλος της σχέσης τους και το  διαζύγιο να αποτελεί την  έσχατη λύση μετά από εξάντληση όλων των δυνατών τρόπων  βελτίωσης της σχέσης του ζευγαριού. Ο χωρισμός μπορεί να είναι η λιγότερο κακή λύση σε μία δυσλειτουργική ή ακόμα και παθολογική οικογενειακή κατάσταση.

Συνεπώς υπάρχουν οι προϋποθέσεις, έτσι ώστε ο χωρισμός ενός ζευγαριού, με γνώμονα τον αμοιβαίο σεβασμό, να γίνει η αφετηρία για μια καλύτερη ζωή και των δυο τους, αλλά και των παιδιών τους.